Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυβιστητήρ: Difference between revisions

From LSJ

Νέµουσι δ' οἴκους καὶ τὰ ναυστολούµενα ἔσω δόµων σῴζουσιν, οὐδ' ἐρηµίᾳ γυναικὸς οἶκος εὐπινὴς οὐδ' ὄλβιος → They manage households, and save what is brought by sea within the home, and no house deprived of a woman can be tidy and prosperous

Euripides, Melanippe Captiva, Fragment 6.11
m (Text replacement - "(==Translations==)(?s)(\n)(.*)($)" to "{{trml |trtx=$3 }}")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
Line 12: Line 12:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1523.png Seite 1523]] ῆρος, ὁ, Einer, der sich auf den Kopf stellt od. stürzt, [[Gaukler]], [[Springer]], Tänzer, der ein Rad schlägt, sich kopfüber zwischen Schwerter stürzt u. dgl.; Il. 16, 750; δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ' αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους 18, 605; vgl. Eur. Phoen. 1158; öfter in VLL., die auch die Formen κυβιστήρ u. [[κυβιστής]] haben u. es auch [[ἀρνευτήρ]], [[κολυμβητής]], der »Taucher« erkl. – Sp. auch adj., sich überschlagend, Wern. Tryphiod. 192.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1523.png Seite 1523]] ῆρος, ὁ, Einer, der sich auf den Kopf stellt od. stürzt, [[Gaukler]], [[Springer]], Tänzer, der ein Rad schlägt, sich kopfüber zwischen Schwerter stürzt u. dgl.; Il. 16, 750; δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ' αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους 18, 605; vgl. Eur. Phoen. 1158; öfter in VLL., die auch die Formen κυβιστήρ u. [[κυβιστής]] haben u. es auch [[ἀρνευτήρ]], [[κολυμβητής]], der »Taucher« erkl. – Sp. auch adj., sich überschlagend, Wern. Tryphiod. 192.
}}
{{bailly
|btext=ῆρος (ὁ) :<br />qui fait la culbute, <i>càd</i> :<br /><b>1</b> faiseur de tours;<br /><b>2</b> sauteur, plongeur.<br />'''Étymologie:''' [[κυβιστάω]].
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''κῠβιστητήρ''': ῆρος, ὁ, ὁ ἔχων ὡς [[ἐπάγγελμα]] τὸ κυβιστᾶν, δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ’ αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους Ἰλ. Σ. 605, πρβλ. Ὀδ. Δ. 18, καὶ ἴδε ἐν λ. [[κυβιστάω]]. 2) [[κολυμβητής]], [[δύτης]], Ἰλ. Π. 750. 3) μεταγεν. ὡς ἐπίθ., κυλινδούμενος, Wern. εἰς Τρυφ. 192.
|lstext='''κῠβιστητήρ''': ῆρος, ὁ, ὁ ἔχων ὡς [[ἐπάγγελμα]] τὸ κυβιστᾶν, δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ’ αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους Ἰλ. Σ. 605, πρβλ. Ὀδ. Δ. 18, καὶ ἴδε ἐν λ. [[κυβιστάω]]. 2) [[κολυμβητής]], [[δύτης]], Ἰλ. Π. 750. 3) μεταγεν. ὡς ἐπίθ., κυλινδούμενος, Wern. εἰς Τρυφ. 192.
}}
{{bailly
|btext=ῆρος (ὁ) :<br />qui fait la culbute, <i>càd</i> :<br /><b>1</b> faiseur de tours;<br /><b>2</b> sauteur, plongeur.<br />'''Étymologie:''' [[κυβιστάω]].
}}
}}
{{Autenrieth
{{Autenrieth

Revision as of 22:35, 1 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κῠβιστητήρ Medium diacritics: κυβιστητήρ Low diacritics: κυβιστητήρ Capitals: ΚΥΒΙΣΤΗΤΗΡ
Transliteration A: kybistētḗr Transliteration B: kybistētēr Transliteration C: kyvistitir Beta Code: kubisthth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, A tumbler, δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ' αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντες ἐδίνευον κατὰ μέσσους Il. 18.605, Od.4.18. 2 diver, Il.16.750. 3 one who pitches headlong, E.Ph.1151. II later as adjective, tumbling, κυδοιμός Tryph. 192.

German (Pape)

[Seite 1523] ῆρος, ὁ, Einer, der sich auf den Kopf stellt od. stürzt, Gaukler, Springer, Tänzer, der ein Rad schlägt, sich kopfüber zwischen Schwerter stürzt u. dgl.; Il. 16, 750; δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ' αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους 18, 605; vgl. Eur. Phoen. 1158; öfter in VLL., die auch die Formen κυβιστήρ u. κυβιστής haben u. es auch ἀρνευτήρ, κολυμβητής, der »Taucher« erkl. – Sp. auch adj., sich überschlagend, Wern. Tryphiod. 192.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
qui fait la culbute, càd :
1 faiseur de tours;
2 sauteur, plongeur.
Étymologie: κυβιστάω.

Greek (Liddell-Scott)

κῠβιστητήρ: ῆρος, ὁ, ὁ ἔχων ὡς ἐπάγγελμα τὸ κυβιστᾶν, δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ’ αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντος ἐδίνευον κατὰ μέσσους Ἰλ. Σ. 605, πρβλ. Ὀδ. Δ. 18, καὶ ἴδε ἐν λ. κυβιστάω. 2) κολυμβητής, δύτης, Ἰλ. Π. 750. 3) μεταγεν. ὡς ἐπίθ., κυλινδούμενος, Wern. εἰς Τρυφ. 192.

English (Autenrieth)

ῆρος: tumbler; diver, Il. 16.750.

Greek Monolingual

κυβιστητήρ, -ῆρος, ὁ (Α) κυβιστώ
1. αυτός που έχει ως επάγγελμα την κυβίστηση, ο επαγγελματίας ακροβάτης και χορευτής που ήταν εξασκημένος να εκτελεί τούμπες και περιστροφικές κινήσεις στηριζόμενος στα πόδια του («δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ' αὐτοὺς μολπῆς ἐξάρχοντες ἐδίνευον κατὰ μέσσους», Ομ. Ιλ.)
2. δύτης
3. αυτός που πέφτει με το κεφάλι («ἡμῶν τ' ἐς οὖδας εἶδες ἂν πρὸ τειχέων πυκνοὺς κυβιστητῆρας ἐκπεπνευκότας», Ευρ.)
4. ως επίθ. αυτός που κυλιέται («κυβιστητήρι καρήνῴ», Νόνν.).

Greek Monotonic

κῠβιστητήρ: -ῆρος, ὁ,
1. ακροβάτης, σε Όμηρ.
2. καταδύτης, σε Ομήρ. Ιλ.
3. αυτός που τινάζεται με το κεφάλι μπροστά, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

κῠβιστητήρ: ῆρος ὁ
1) плясун-акробат Hom.;
2) пловец, водолаз Hom.;
3) бросающийся вниз головой (ἐς οὖδας πρὸ τειχέων Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυβιστητήρ -ῆρος, ὁ [κυβιστάω] acrobaat. duiker.

Middle Liddell

κῠβιστητήρ, ῆρος,
1. a tumbler, Hom.
2. a diver, Il. 3. one who pitches headlong, Eur.

Translations

Albanian: akrobat; Arabic: بَهْلَوَان‎; Armenian: ակրոբատ; Basque: akrobata; Catalan: acròbata, equilibrista; Chinese Mandarin: 雜技演員, 杂技演员, 馬戲演員, 马戏演员; Czech: akrobat, akrobatka; Danish: akrobat; Dutch: acrobaat, acrobate; Esperanto: akrobato, akrobatino, ekvilibristo, ekvilibristino; Estonian: akrobaat; Finnish: akrobaatti, tasapainotaiteilija; French: acrobate; Georgian: ჯამბაზი; German: Akrobat, Akrobatin; Greek: ακροβάτης, ακροβάτισσα; Ancient Greek: ἀκροβάτης, πεταυριστής, πετευριστής, πετευριστήρ, κανδαλιστής, κρημνοβάτης, κυβιστητήρ, ὀρχηστής, ὀρχηστήρ, ἀρνευτήρ; Gujarati: કળાબાજ઼; Hebrew: לולין‎; Hindi: कलाबाज़; Hungarian: akrobata; Italian: acrobata; Japanese: アクロバット; Korean: 곡예사; Latin: petaurista, petauristes, funambulus, funiambulus; Marathi: डोंबारी; Norman: acrobate; Norwegian Bokmål: akrobat; Nynorsk: akrobat; Persian: بندباز‎; Polish: akrobata, akrobatka; Portuguese: acrobata; Romanian: acrobat, acrobată; Russian: акроба́т, акроба́тка; Sanskrit: जायाजीव; Serbo-Croatian Cyrillic: акробата; Roman: akrobata; Slovak: akrobat, akrobatka; Slovene: akrobat, akrobatka; Spanish: acróbata, saltimbanqui, equilibrista; Swedish: akrobat; Tagalog: akrobata, sirkero, magsisirko; Thai: นักโลดโผน; Turkish: akrobat, cambaz