χαλεπότης: Difference between revisions

From LSJ

Κάλλιστόν ἐστι κτῆμα παιδεία βροτοῖς → Doctrina hominibus optima est possessio → für Sterbliche ist Bildung das wertvollste Gut

Menander, Monostichoi, 275
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=ητος (ἡ) :<br />désagrément, incommodité, difficulté :<br /><b>1</b> <i>en parl. de lieux</i> [[χωρίων]] THC difficulté de terrain;<br /><b>2</b> caractère difficile, humeur chagrine, malveillance <i>ou</i> hostilité.<br />'''Étymologie:''' [[χαλεπός]].
|btext=ητος (ἡ) :<br />désagrément, incommodité, difficulté :<br /><b>1</b> <i>en parl. de lieux</i> [[χωρίων]] THC difficulté de terrain;<br /><b>2</b> caractère difficile, humeur chagrine, malveillance <i>ou</i> hostilité.<br />'''Étymologie:''' [[χαλεπός]].
}}
{{elru
|elrutext='''χᾰλεπότης:''' ητος ἡ<br /><b class="num">1)</b> [[трудность]], [[недоступность]] (τῶν [[χωρίων]] Thuc.);<br /><b class="num">2)</b> [[трудность]], [[затруднительность]] (sc. τοῦ ὁρισμοῦ Arst.);<br /><b class="num">3)</b> [[суровость]], [[жестокость]] (τῶν πολιτειῶν Isocr.; τῶν νόμων Arst.);<br /><b class="num">4)</b> [[угрюмость]], [[мрачность]], [[тяжелый нрав]] Xen., Plat.: μετὰ θορύβου καὶ χαλεπότητος ἀκροᾶσθαί τινος Isocr. слушать кого-л. с шумным неодобрением.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 24: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''χᾰλεπότης:''' -ητος, ἡ ([[χαλεπός]])·<br /><b class="num">I.</b> [[δυσκολία]], [[τραχύτητα]], σε Θουκ.<br /><b class="num">II. 1.</b> λέγεται για ανθρώπους, [[τραχύτητα]], [[σκληρότητα]], [[αγριότητα]], [[δριμύτητα]], [[αυστηρότητα]], στον ίδ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[δυστροπία]], λέγεται για [[άλογο]], σε Ξεν.
|lsmtext='''χᾰλεπότης:''' -ητος, ἡ ([[χαλεπός]])·<br /><b class="num">I.</b> [[δυσκολία]], [[τραχύτητα]], σε Θουκ.<br /><b class="num">II. 1.</b> λέγεται για ανθρώπους, [[τραχύτητα]], [[σκληρότητα]], [[αγριότητα]], [[δριμύτητα]], [[αυστηρότητα]], στον ίδ. κ.λπ.<br /><b class="num">2.</b> [[δυστροπία]], λέγεται για [[άλογο]], σε Ξεν.
}}
{{elru
|elrutext='''χᾰλεπότης:''' ητος ἡ<br /><b class="num">1)</b> [[трудность]], [[недоступность]] (τῶν [[χωρίων]] Thuc.);<br /><b class="num">2)</b> [[трудность]], [[затруднительность]] (sc. τοῦ ὁρισμοῦ Arst.);<br /><b class="num">3)</b> [[суровость]], [[жестокость]] (τῶν πολιτειῶν Isocr.; τῶν νόμων Arst.);<br /><b class="num">4)</b> [[угрюмость]], [[мрачность]], [[тяжелый нрав]] Xen., Plat.: μετὰ θορύβου καὶ χαλεπότητος ἀκροᾶσθαί τινος Isocr. слушать кого-л. с шумным неодобрением.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj

Revision as of 16:50, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χαλεπότης Medium diacritics: χαλεπότης Low diacritics: χαλεπότης Capitals: ΧΑΛΕΠΟΤΗΣ
Transliteration A: chalepótēs Transliteration B: chalepotēs Transliteration C: chalepotis Beta Code: xalepo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A difficulty, ruggedness, τῶν χωρίων Th.4.12,33: metaph. in plural, μεγάλας ἔχουσιν αἱ σύντομοι [ὁδοὶ] χαλεπότητας Jul.Or.7.225c. 2 generally, difficulty, of understanding, Arist.APo.93b34. II mostly of persons, harshness, severity, opp. ῥᾳστώνη, Pl.Criti.107c, Lg.902c; ἡ τοῦ σοφιστοῦ χ. Id.Sph.254a; τρόπων χ. Id.Lg.929d; τῶν πολιτειῶν Isoc.4.142; abs., Th.1.84, Isoc.2.24, etc.; of the Lacedaemonians, Id.12.90; μετὰ χαλεπότητος ἀκροᾶσθαι Id.15.20; of the laws of Draco, Arist.Pol. 1274b17: pl., opp. πραότητες, Isoc.5.116. 2 ill-temper, vice, of a horse, X.Eq.3.10.

German (Pape)

[Seite 1328] ητος, ἡ, Schwierigkeit, Beschwerlichkeit; τῶν πολιτειῶν Isocr. 4, 142; χωρίων Thuc. 4, 33. Gew. übertr. von Menschen, schwieriges, unangenehmes, mürrisches Wesen, Ggstz ῥᾳστώνη, Plat. Legg. X, 902 c; Heftigkeit, Rauhheit, Härte, mürrische u. unzufriedene Sinnesart, τρόπων XI, 929 d; Thuc. 1, 84; μητρός Xen. Mem. 2, 2,7; Sp., wie Plut. Thes. 36 u. oft; μετὰ θορύβου καὶ χαλεπότητος ἀκούειν Isocr. 15, 20, u. sonst; – Arist. legt den Gesetzen des Drakon den Charakter der χαλεπότης bei, Polit. 2, 10.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
désagrément, incommodité, difficulté :
1 en parl. de lieux χωρίων THC difficulté de terrain;
2 caractère difficile, humeur chagrine, malveillance ou hostilité.
Étymologie: χαλεπός.

Russian (Dvoretsky)

χᾰλεπότης: ητος ἡ
1) трудность, недоступность (τῶν χωρίων Thuc.);
2) трудность, затруднительность (sc. τοῦ ὁρισμοῦ Arst.);
3) суровость, жестокость (τῶν πολιτειῶν Isocr.; τῶν νόμων Arst.);
4) угрюмость, мрачность, тяжелый нрав Xen., Plat.: μετὰ θορύβου καὶ χαλεπότητος ἀκροᾶσθαί τινος Isocr. слушать кого-л. с шумным неодобрением.

Greek (Liddell-Scott)

χᾰλεπότης: -ητος, ἡ, ἡ τραχύτης, τὸ δύσβατον, τῶν χωρίων Θουκ. 4. 12, 33. 2) ἐπὶ λόγων, δυσκολία, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 10, 1, πρβλ. Πλάτ. Σοφ. 254Α. ΙΙ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν σχέσει πρὸς ἀνθρώπους, τραχύτης, σκληρότης, ἀγριότης, δυστροπία, αὐστηρότης, ὀργιλότης, δυσκολία, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ῥᾳστώνη, Πλάτ. Κριτί. 107C, Νόμ. 902C· ἡ τοῦ σοφιστοῦ χ. ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 254Α· τρόπων χ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 929D· τῆς πολιτείας Ἰσοκρ. 70Α· καὶ ἀπολ., Θουκ. 1. 84, κλπ.· περὶ τῶν Λακεδαιμονίων, Ἰσοκρ. 251C· χαλεπότητι κολάζειν ὁ αὐτ. 19D· μετὰ χαλεπότητος ἀκούειν ὁ αὐτ. 314Β· ἐπὶ τῶν νόμων τοῦ Δράκοντος, Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 12, 13· ― ἐν τῷ πληθ., ἀντίθετον τῷ πραότητες, Ἰσοκρ. 106Α. 2) ἐπὶ ἵππου, κακὸν φυσικόν, κακὴ ἕξις, δυστροπία, δεῖ δὲ καὶ εἴ τινα χαλεπότητα ἔχοι ὁ ἵππος, καταμανθάνειν Ξεν. Ἱππ. 3. 10· πρβλ. χαλεπὸς Α. ΙΙ. 1. δ.

Greek Monolingual

-ητος, ἡ, ΜΑ χαλεπός
1. δυσκολία, δυσχέρεια
2. δυστροπία, ιδιοτροπία
αρχ.
1. (για τόπο) τραχύτητα, το δύσβατο
2. αυστηρότητα, σκληρότητα, αγριότητα
3. (για ίππο) ατίθαση φύση, κακό φυσικό.

Greek Monotonic

χᾰλεπότης: -ητος, ἡ (χαλεπός
I. δυσκολία, τραχύτητα, σε Θουκ.
II. 1. λέγεται για ανθρώπους, τραχύτητα, σκληρότητα, αγριότητα, δριμύτητα, αυστηρότητα, στον ίδ. κ.λπ.
2. δυστροπία, λέγεται για άλογο, σε Ξεν.

Middle Liddell

χᾰλεπότης, ητος, ἡ, χαλεπός
I. difficulty, ruggedness, Thuc.
II. of persons, difficulty, harshness, rigour, severity, Thuc., etc.
2. ill-temper, vice, of a horse, Xen.

English (Woodhouse)

cruelly, cruelty, roughness, sternness, of ground, of manner

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)