ἀπέρωτος: Difference between revisions

From LSJ

κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλινbend back along the second turn of the race, turning the bend and coming back for the second leg of the double run, run the homeward course, retrace one's steps

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (LSJ1 replacement)
 
(2 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=aperotos
|Transliteration C=aperotos
|Beta Code=a)pe/rwtos
|Beta Code=a)pe/rwtos
|Definition=ον, (ἔρως) [[loveless]], [[unloving]], <b class="b3">ἔρως ἀπέρωτος</b>, like [[γάμος ἄγαμος]], read by M<span class="bibl">2</span> in <span class="bibl">A.<span class="title">Ch.</span>600</span>; but v. foreg.
|Definition=ον, (< [[ἔρως]]) [[loveless]], [[unloving]], [[ἔρως]] [[ἀπέρωτος]], like [[γάμος]] [[ἄγαμος]], read by M 2 in A. ''Ch.'' 600; but v. [[ἀπερωπός]].
}}
}}
{{DGE
{{DGE
Line 17: Line 17:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=ος, ον :<br />qui n’est plus de l'amour ; haineux.<br />'''Étymologie:''' [[ἀπό]], [[ἔρως]].
|btext=ος, ον :<br />qui n'est plus de l'amour ; haineux.<br />'''Étymologie:''' [[ἀπό]], [[ἔρως]].
}}
{{elru
|elrutext='''ἀπέρωτος:''' [[не любящий]]: [[ἔρως]] ἀ. Aesch. не настоящая любовь.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἀπέρωτος:''' -ον ([[ἔρως]]), αυτός που δεν αγαπάει ερωτικά, που δεν είναι ερωτευμένος· [[ἔρως]] [[ἀπέρωτος]], όπως το [[γάμος]] [[ἄγαμος]], σε Αισχύλ.
|lsmtext='''ἀπέρωτος:''' -ον ([[ἔρως]]), αυτός που δεν αγαπάει ερωτικά, που δεν είναι ερωτευμένος· [[ἔρως]] [[ἀπέρωτος]], όπως το [[γάμος]] [[ἄγαμος]], σε Αισχύλ.
}}
{{elru
|elrutext='''ἀπέρωτος:''' [[не любящий]]: [[ἔρως]] ἀ. Aesch. не настоящая любовь.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[[ἔρως]]<br />[[loveless]], [[unloving]], [[ἔρως]] [[ἀπέρωτος]], like [[γάμος]] [[ἄγαμος]], Aesch.
|mdlsjtxt=[[ἔρως]]<br />[[loveless]], [[unloving]], [[ἔρως]] [[ἀπέρωτος]], like [[γάμος]] [[ἄγαμος]], Aesch.
}}
}}

Latest revision as of 07:21, 27 May 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπέρωτος Medium diacritics: ἀπέρωτος Low diacritics: απέρωτος Capitals: ΑΠΕΡΩΤΟΣ
Transliteration A: apérōtos Transliteration B: aperōtos Transliteration C: aperotos Beta Code: a)pe/rwtos

English (LSJ)

ον, (< ἔρως) loveless, unloving, ἔρως ἀπέρωτος, like γάμος ἄγαμος, read by M 2 in A. Ch. 600; but v. ἀπερωπός.

Spanish (DGE)

-ον inconsiderado, cruel ἔρως A.Ch.600.

German (Pape)

[Seite 288] (ἔρως), lieblos, ἔρως ἀπέρωτος Aesch. Ch. 592; einige Grammatiker, wie E.M., Hesych., scheinen ἀπέρωπος gelesen zu haben, was E. M. ἄγριος, ἀπηνής, Phryn. B. A. 8 ἀναιδής, σκληρός, τραχύς erklärt, οἷον ἀπερίοπτος, ὃν οὐκ ἄν τις περιωπήσαιτο διὰ τὴν ἀηδίαν, u. Andere mit ἠπεροπεύω zusammenstellen, da E. M. ἀπεροπεύς hat, u. aus Anacr. ἀπεροπός, ἀπεροπή anführt.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui n'est plus de l'amour ; haineux.
Étymologie: ἀπό, ἔρως.

Russian (Dvoretsky)

ἀπέρωτος: не любящий: ἔρως ἀ. Aesch. не настоящая любовь.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπέρωτος: -ον, (ἔρως), ὁ μὴ ἐρῶν, ὁ μὴ ἔχων ἔρωτα, ἔρως ἀπέρωτος, ὡς τὸ γάμος ἄγαμος, Αἰσχύλ. Χο 600· ἀλλ’ ἴδε ἀπέρωπος.

Greek Monolingual

ἀπέρωτος, -ον (Α)
ο χωρίς έρωτα, δυσάρεστος («άπέρωτος ἔρως») (πρβλ. «γάμος ἄγαμος», Αισχύλος).

Greek Monotonic

ἀπέρωτος: -ον (ἔρως), αυτός που δεν αγαπάει ερωτικά, που δεν είναι ερωτευμένος· ἔρως ἀπέρωτος, όπως το γάμος ἄγαμος, σε Αισχύλ.

Middle Liddell

ἔρως
loveless, unloving, ἔρως ἀπέρωτος, like γάμος ἄγαμος, Aesch.