κατακονδυλίζω: Difference between revisions

From LSJ

τίς ἥδε κραυγὴ καὶ δόμων περίστασις; → what means this uproar and thronging about the house, what means the crowd standing round the house?

Source
(5)
m (LSJ1 replacement)
 
(13 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=katakondylizo
|Transliteration C=katakondylizo
|Beta Code=katakonduli/zw
|Beta Code=katakonduli/zw
|Definition=strengthd. for <b class="b3">κονδυλίζω</b>, <span class="bibl">Aeschin.3.212</span> (Pass.), <span class="bibl">LXX<span class="title">Am.</span>5.11</span>; <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> ὄχλος -ισμένος τὴν ψυχήν <span class="bibl">Ph.1.387</span>.</span>
|Definition=strengthened for [[κονδυλίζω]], Aeschin.3.212 (Pass.), [[LXX]] ''Am.''5.11; ὄχλος -ισμένος τὴν ψυχήν Ph.1.387.
}}
}}
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1355.png Seite 1355]] mit Fäusten, Ohrfeigen zerschlagen, ohrfeigen; κατακεκονδύλισται Aesch. 3, 212; Sp.; [[κατακονδύλιστος]], Erkl. von ἐπικοῤῥιστός, Hesych.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1355.png Seite 1355]] mit Fäusten, Ohrfeigen zerschlagen, ohrfeigen; κατακεκονδύλισται Aesch. 3, 212; Sp.; [[κατακονδύλιστος]], Erkl. von ἐπικοῤῥιστός, Hesych.
}}
{{bailly
|btext=[[abattre d'un coup de poing]], [[frapper à coups de poing]].<br />'''Étymologie:''' [[κατά]], [[κονδυλίζω]].
}}
{{elru
|elrutext='''κατακονδῠλίζω:''' избивать ударами кулаков, pass. быть избиваемым до полусмерти Aeschin.
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''κατακονδῠλίζω''': ἐπιτεταμ. ἀντὶ [[κονδυλίζω]], διὰ τῶν κονδύλων ἢ [[γρόνθων]] κτυπῶ, κονδύλοις [[καταβάλλω]], κατακεκονδύλισται, [[ὥστε]] ἔχειν τὰ τῶν κονδύλων ἴχνη τοῦ Μειδίου ἔτι φανερὰ Αἰσχίν. 84, 22.
|lstext='''κατακονδῠλίζω''': ἐπιτεταμ. ἀντὶ [[κονδυλίζω]], διὰ τῶν κονδύλων ἢ [[γρόνθων]] κτυπῶ, κονδύλοις [[καταβάλλω]], κατακεκονδύλισται, [[ὥστε]] ἔχειν τὰ τῶν κονδύλων ἴχνη τοῦ Μειδίου ἔτι φανερὰ Αἰσχίν. 84, 22.
}}
{{bailly
|btext=abattre d’un coup de poing, frapper à coups de poing.<br />'''Étymologie:''' [[κατά]], [[κονδυλίζω]].
}}
}}
{{grml
{{grml
Line 24: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''κατακονδῠλίζω:''' ([[κόνδυλος]]), [[καταβάλλω]] με γροθιές, [[γρονθοκοπώ]], [[ραπίζω]], [[χαστουκίζω]], σε Αισχίν.
|lsmtext='''κατακονδῠλίζω:''' ([[κόνδυλος]]), [[καταβάλλω]] με γροθιές, [[γρονθοκοπώ]], [[ραπίζω]], [[χαστουκίζω]], σε Αισχίν.
}}
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[[κόνδυλος]]<br />to [[buffet]] [[sharply]], Aeschin.
}}
}}

Latest revision as of 11:20, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατακονδῠλίζω Medium diacritics: κατακονδυλίζω Low diacritics: κατακονδυλίζω Capitals: ΚΑΤΑΚΟΝΔΥΛΙΖΩ
Transliteration A: katakondylízō Transliteration B: katakondylizō Transliteration C: katakondylizo Beta Code: katakonduli/zw

English (LSJ)

strengthened for κονδυλίζω, Aeschin.3.212 (Pass.), LXX Am.5.11; ὄχλος -ισμένος τὴν ψυχήν Ph.1.387.

German (Pape)

[Seite 1355] mit Fäusten, Ohrfeigen zerschlagen, ohrfeigen; κατακεκονδύλισται Aesch. 3, 212; Sp.; κατακονδύλιστος, Erkl. von ἐπικοῤῥιστός, Hesych.

French (Bailly abrégé)

abattre d'un coup de poing, frapper à coups de poing.
Étymologie: κατά, κονδυλίζω.

Russian (Dvoretsky)

κατακονδῠλίζω: избивать ударами кулаков, pass. быть избиваемым до полусмерти Aeschin.

Greek (Liddell-Scott)

κατακονδῠλίζω: ἐπιτεταμ. ἀντὶ κονδυλίζω, διὰ τῶν κονδύλων ἢ γρόνθων κτυπῶ, κονδύλοις καταβάλλω, κατακεκονδύλισται, ὥστε ἔχειν τὰ τῶν κονδύλων ἴχνη τοῦ Μειδίου ἔτι φανερὰ Αἰσχίν. 84, 22.

Greek Monolingual

κατακονδυλίζω (Α)
1. χτυπώ κάποιον με γροθιές, γρονθοκοπώ
2. ταλαιπωρώ κάποιον υπερβολικά («ὄχλος κατακεκονδυλισμένος τὴν ψυχήν», Φίλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + κονδυλίζω «γρονθοκοπώ» (< κόνδυλος)].

Greek Monotonic

κατακονδῠλίζω: (κόνδυλος), καταβάλλω με γροθιές, γρονθοκοπώ, ραπίζω, χαστουκίζω, σε Αισχίν.

Middle Liddell

κόνδυλος
to buffet sharply, Aeschin.