ακουμπώ: Difference between revisions

From LSJ

Καὶ ζῶνφαῦλος καὶ θανὼν κολάζεται → Vivisque mortuisque poena instat malis → Der Schlechte wird im Leben und im Tod bestraft

Menander, Monostichoi, 294
(2)
 
m (Text replacement - "ΕΤΥΜΟΛ." to "ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=(-άω) και [[ακουμπίζω]]<br /><b>1.</b> [[κλίνω]] το [[σώμα]] μου και στηρίζομαι [[κάπου]] ή [[απλώς]] στηρίζομαι<br /><b>2.</b> [[ξαπλώνω]]<br /><b>3.</b> [[κάθομαι]] για να ξεκουραστώ ή να ανακουφιστώ<br /><b>4.</b> [[επαφίεμαι]], βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάποιον<br /><b>5.</b> [[τοποθετώ]], [[αποθέτω]] [[κάτι]] [[κάπου]]<br /><b>6.</b> [[αγγίζω]], [[ψαύω]]<br /><b>7.</b> (για χρήματα) α) [[καταθέτω]] χρήματα για [[φύλαξη]]<br />β) <b>ειρων.</b> [[ξοδεύω]], [[σπαταλώ]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Η λ. προέρχεται από το λατ. <i>accumbo</i> «κατακλίνομαι». Κατ’ [[άλλη]] [[άποψη]] η λ. προέρχεται από το ρ. [[ακουμπίζω]] με [[επίδραση]] του αορ. -<i>ισα</i>.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[ακούμπημα]], <i>ακούμπι</i>(<i>ο</i>), [[ακουμπητός]]].
|mltxt=(-άω) και [[ακουμπίζω]]<br /><b>1.</b> [[κλίνω]] το [[σώμα]] μου και στηρίζομαι [[κάπου]] ή [[απλώς]] στηρίζομαι<br /><b>2.</b> [[ξαπλώνω]]<br /><b>3.</b> [[κάθομαι]] για να ξεκουραστώ ή να ανακουφιστώ<br /><b>4.</b> [[επαφίεμαι]], βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάποιον<br /><b>5.</b> [[τοποθετώ]], [[αποθέτω]] [[κάτι]] [[κάπου]]<br /><b>6.</b> [[αγγίζω]], [[ψαύω]]<br /><b>7.</b> (για χρήματα) α) [[καταθέτω]] χρήματα για [[φύλαξη]]<br />β) <b>ειρων.</b> [[ξοδεύω]], [[σπαταλώ]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Η λ. προέρχεται από το λατ. <i>accumbo</i> «κατακλίνομαι». Κατ’ [[άλλη]] [[άποψη]] η λ. προέρχεται από το ρ. [[ακουμπίζω]] με [[επίδραση]] του αορ. -<i>ισα</i>.<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[ακούμπημα]], <i>ακούμπι</i>(<i>ο</i>), [[ακουμπητός]]].
}}
}}

Latest revision as of 22:50, 29 December 2020

Greek Monolingual

(-άω) και ακουμπίζω
1. κλίνω το σώμα μου και στηρίζομαι κάπου ή απλώς στηρίζομαι
2. ξαπλώνω
3. κάθομαι για να ξεκουραστώ ή να ανακουφιστώ
4. επαφίεμαι, βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάποιον
5. τοποθετώ, αποθέτω κάτι κάπου
6. αγγίζω, ψαύω
7. (για χρήματα) α) καταθέτω χρήματα για φύλαξη
β) ειρων. ξοδεύω, σπαταλώ.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Η λ. προέρχεται από το λατ. accumbo «κατακλίνομαι». Κατ’ άλλη άποψη η λ. προέρχεται από το ρ. ακουμπίζω με επίδραση του αορ. -ισα.
ΠΑΡ. ακούμπημα, ακούμπι(ο), ακουμπητός].