Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγίζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

1. επιθέτω, ακουμπώ απαλά τα δάχτυλά μου κάπου, ψαύω
2. θίγω, πειράζω, ενοχλώ
3. συγκινώ
4. προσεγγίζω, πλησιάζω
5. ακουμπώ, άπτομαι
6. ψηλαφώ, εξετάζω
7. δοκιμάζω, γεύομαι
8. μέσ. θυμώνω, ενοχλούμαι, πειράζομαι
9. παθ. προσβάλλομαι από σοβαρή ασθένεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἐγγίζω. Το α- από τη συνεκφορά: να ή θα εγγίζω, θαγγίζω, θαγγίζω.
ΠΑΡ. άγγιγμα, αγγίξιμο, αγγιχτικός, άγγιχτος].