Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγγίζω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

1. επιθέτω, ακουμπώ απαλά τα δάχτυλά μου κάπου, ψαύω
2. θίγω, πειράζω, ενοχλώ
3. συγκινώ
4. προσεγγίζω, πλησιάζω
5. ακουμπώ, άπτομαι
6. ψηλαφώ, εξετάζω
7. δοκιμάζω, γεύομαι
8. μέσ. θυμώνω, ενοχλούμαι, πειράζομαι
9. παθ. προσβάλλομαι από σοβαρή ασθένεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἐγγίζω. Το α- από τη συνεκφορά: να ή θα εγγίζω, θαγγίζω, θαγγίζω.
ΠΑΡ. άγγιγμα, αγγίξιμο, αγγιχτικός, άγγιχτος].