Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπαρακολούθητος: Difference between revisions

From LSJ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον → Not to be born is, past all prizing, best.

Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
(6_16)
 
(11 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=aparakoloythitos
|Transliteration C=aparakoloythitos
|Beta Code=a)parakolou/qhtos
|Beta Code=a)parakolou/qhtos
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">not to be reached</b> or <b class="b2">attained</b>, Tz.adLyc. 5. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> Adv. -τως <b class="b2">inconsequently</b>, <span class="bibl">M.Ant.2.16</span>, <span class="bibl">Plot.4.3.28</span>.</span>
|Definition=ἀπαρακολούθητον,<br><span class="bld">A</span> [[not to be reached]] or [[not to be attained]], Tz.adLyc. 5.<br><span class="bld">II</span> Adv. [[ἀπαρακολουθήτως]] = [[inconsequently]], M.Ant.2.16, Plot.4.3.28.
}}
{{DGE
|dgtxt=-ον<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>[[incomprensible]] ([[βοή]]) Tz.<i>ad Lyc</i>.5.<br /><b class="num">2</b> de pers. [[incapaz de seguir]] con el pensamiento, [[que no se entera]] οὐκ ἐκστατικοῦ ἀνδρὸς οὐδὲ ἀ., ἀλλὰ ἐρρωμένην ἔχοντος τὴν διάνοιαν Epiph.Const.<i>Haer</i>.48.6 (p.228.7), οἱ ἀ. los que no se enteran</i>, los bobos</i> Epiph.Const.<i>Haer</i>.51.4 (p.252.18).<br /><b class="num">II</b> adv. -ως<br /><b class="num">1</b> [[inconsecuentemente]] c. dat. κἂν μὴ τέλεον ἐξιστώμεθα καὶ ἀ. ἔχωμεν ἑαυτοῖς, ἀλλὰ δοκῶμεν παρακολουθεῖν οἷς λέγομεν Origenes <i>Io</i>.28.20 (p.414.23).<br /><b class="num">2</b> abs. [[inconscientemente]] ποιεῖν M.Ant.5.6, cf. 2.16, Plot.4.3.28.
}}
}}
{{pape
{{pape
Line 15: Line 18:
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀπαρακολούθητος''': -ον, [[ἀκατάληπτος]], [[ἀκατανόητος]], Τζέτζ., Λυκ. 5. ΙΙ. [[ἀλόγιστος]], [[ἀπρονόητος]], [[προπετής]], Βασ. τ. 1. σ. 508Ε: ― Ἐπίρρ. -τως, [[ἐσπευσμένως]], ἀσκέπτως, Μ. Ἀντων. 2.16· [[οὕτως]], ἀπαρακολουθησία, ἡ, [[προπέτεια]], Βασιλ. τ. 1. σ. 406D.
|lstext='''ἀπαρακολούθητος''': -ον, [[ἀκατάληπτος]], [[ἀκατανόητος]], Τζέτζ., Λυκ. 5. ΙΙ. [[ἀλόγιστος]], [[ἀπρονόητος]], [[προπετής]], Βασ. τ. 1. σ. 508Ε: ― Ἐπίρρ. -τως, [[ἐσπευσμένως]], ἀσκέπτως, Μ. Ἀντων. 2.16· [[οὕτως]], ἀπαρακολουθησία, ἡ, [[προπέτεια]], Βασιλ. τ. 1. σ. 406D.
}}
{{grml
|mltxt=[[ἀπαρακολούθητος]], -ον (AM)<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> αυτός που δεν μπορεί [[κανείς]] να τον παρακολουθήσει, ο [[ακατανόητος]]<br /><b>2.</b> όποιος δεν προνοεί για [[κάτι]]<br /><b>αρχ.</b><br />(επίρρ., -τως) απερίσκεπτα.
}}
{{trml
|trtx====[[incomprehensible]]===
Albanian: pakuptueshëm; Armenian: անհասկանալի; Belarusian: незразумелы; Bulgarian: неразбираем, непонятен; Catalan: incomprensible; Chinese Mandarin: 難以理解的/难以理解的, 費解的/费解的; Czech: nesrozumitelný; Danish: uforståelig, ubegribelig; Dutch: [[onbegrijpelijk]]; Finnish: käsittämätön, ei ymmärrettävä, siansaksa, heprea; French: [[incompréhensible]]; Galician: incomprensible; Georgian: გაუგებარი, გონებისთვის მიუწვდომელი; German: [[unverständlich]], [[unbegreiflich]], [[unfassbar]]; Greek: [[ακατανόητος]]; Ancient Greek: [[ἀάσχετος]], [[ἀγνώς]], [[ἄγνωστος]], [[ἄδεκτος]], [[ἀδιανόητος]], [[ἀζήτητος]], [[ἀκατάλημπτος]], [[ἀκατάληπτος]], [[ἀκατανόητος]], [[ἀκράτητος]], [[ἀκριτόφωνος]], [[ἄληπτος]], [[ἀμήχανος]], [[ἀνεξερεύνητος]], [[ἀνεξιχνίαστος]], [[ἀνερμήνευτος]], [[ἀξύνετος]], [[ἀπαρακολούθητος]], [[ἀπερίβλεπτος]], [[ἀπερίδρακτος]], [[ἀπερίληπτος]], [[ἀπερινόητος]], [[ἄσημος]], [[ἄσκοπος]], [[ἀσύμβλητος]], [[ἀσύνετος]], [[ἄσχετος]], [[ἄφραστος]], [[ἄφωνος]], [[ἀχώρητος]], [[βαθύγλωσσος]], [[βαθύχειλος]], [[δύσγνωστος]], [[δυσδιανόητος]], [[δυσεπινόητος]], [[δυσκατανόητος]], [[δυσλόγιστος]], [[δυσξύμβλητος]], [[δυσξύνετος]], [[δυσσύνετος]], [[σκοτεινός]]; Hungarian: érthetetlen, megfoghatatlan, felfoghatatlan; Italian: [[incomprensibile]]; Japanese: 不可解な, 理解できない; Norwegian Bokmål: ubegripelig, ubefattelig; Nynorsk: ubegripeleg; Occitan: incompreensible; Plautdietsch: onbejrieplich; Polish: niezrozumiały; Portuguese: [[incompreensível]]; Russian: [[непонятный]], [[непостижимый]], [[невразумительный]]; Scottish Gaelic: do-thuigsinneach; Spanish: [[incomprensible]]; Swedish: obegriplig, ofattbar; Tagalog: di-matingkala; Turkish: anlaşılmaz; Ukrainian: незрозумі́лий
}}
}}

Latest revision as of 08:42, 28 March 2024

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀπαρᾰκολούθητος Medium diacritics: ἀπαρακολούθητος Low diacritics: απαρακολούθητος Capitals: ΑΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΤΟΣ
Transliteration A: aparakoloúthētos Transliteration B: aparakolouthētos Transliteration C: aparakoloythitos Beta Code: a)parakolou/qhtos

English (LSJ)

ἀπαρακολούθητον,
A not to be reached or not to be attained, Tz.adLyc. 5.
II Adv. ἀπαρακολουθήτως = inconsequently, M.Ant.2.16, Plot.4.3.28.

Spanish (DGE)

-ον
I 1incomprensible (βοή) Tz.ad Lyc.5.
2 de pers. incapaz de seguir con el pensamiento, que no se entera οὐκ ἐκστατικοῦ ἀνδρὸς οὐδὲ ἀ., ἀλλὰ ἐρρωμένην ἔχοντος τὴν διάνοιαν Epiph.Const.Haer.48.6 (p.228.7), οἱ ἀ. los que no se enteran, los bobos Epiph.Const.Haer.51.4 (p.252.18).
II adv. -ως
1 inconsecuentemente c. dat. κἂν μὴ τέλεον ἐξιστώμεθα καὶ ἀ. ἔχωμεν ἑαυτοῖς, ἀλλὰ δοκῶμεν παρακολουθεῖν οἷς λέγομεν Origenes Io.28.20 (p.414.23).
2 abs. inconscientemente ποιεῖν M.Ant.5.6, cf. 2.16, Plot.4.3.28.

German (Pape)

[Seite 279] 1) dem man nicht folgen kann, unbegreiflich, Schol. Il. 11, 245. – 2) inconsequent, adv., M. Anton. 2, 16. 5, 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπαρακολούθητος: -ον, ἀκατάληπτος, ἀκατανόητος, Τζέτζ., Λυκ. 5. ΙΙ. ἀλόγιστος, ἀπρονόητος, προπετής, Βασ. τ. 1. σ. 508Ε: ― Ἐπίρρ. -τως, ἐσπευσμένως, ἀσκέπτως, Μ. Ἀντων. 2.16· οὕτως, ἀπαρακολουθησία, ἡ, προπέτεια, Βασιλ. τ. 1. σ. 406D.

Greek Monolingual

ἀπαρακολούθητος, -ον (AM)
μσν.
1. αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον παρακολουθήσει, ο ακατανόητος
2. όποιος δεν προνοεί για κάτι
αρχ.
(επίρρ., -τως) απερίσκεπτα.

Translations

incomprehensible

Albanian: pakuptueshëm; Armenian: անհասկանալի; Belarusian: незразумелы; Bulgarian: неразбираем, непонятен; Catalan: incomprensible; Chinese Mandarin: 難以理解的/难以理解的, 費解的/费解的; Czech: nesrozumitelný; Danish: uforståelig, ubegribelig; Dutch: onbegrijpelijk; Finnish: käsittämätön, ei ymmärrettävä, siansaksa, heprea; French: incompréhensible; Galician: incomprensible; Georgian: გაუგებარი, გონებისთვის მიუწვდომელი; German: unverständlich, unbegreiflich, unfassbar; Greek: ακατανόητος; Ancient Greek: ἀάσχετος, ἀγνώς, ἄγνωστος, ἄδεκτος, ἀδιανόητος, ἀζήτητος, ἀκατάλημπτος, ἀκατάληπτος, ἀκατανόητος, ἀκράτητος, ἀκριτόφωνος, ἄληπτος, ἀμήχανος, ἀνεξερεύνητος, ἀνεξιχνίαστος, ἀνερμήνευτος, ἀξύνετος, ἀπαρακολούθητος, ἀπερίβλεπτος, ἀπερίδρακτος, ἀπερίληπτος, ἀπερινόητος, ἄσημος, ἄσκοπος, ἀσύμβλητος, ἀσύνετος, ἄσχετος, ἄφραστος, ἄφωνος, ἀχώρητος, βαθύγλωσσος, βαθύχειλος, δύσγνωστος, δυσδιανόητος, δυσεπινόητος, δυσκατανόητος, δυσλόγιστος, δυσξύμβλητος, δυσξύνετος, δυσσύνετος, σκοτεινός; Hungarian: érthetetlen, megfoghatatlan, felfoghatatlan; Italian: incomprensibile; Japanese: 不可解な, 理解できない; Norwegian Bokmål: ubegripelig, ubefattelig; Nynorsk: ubegripeleg; Occitan: incompreensible; Plautdietsch: onbejrieplich; Polish: niezrozumiały; Portuguese: incompreensível; Russian: непонятный, непостижимый, невразумительный; Scottish Gaelic: do-thuigsinneach; Spanish: incomprensible; Swedish: obegriplig, ofattbar; Tagalog: di-matingkala; Turkish: anlaşılmaz; Ukrainian: незрозумі́лий