δύσμαχος
Ὥσπερ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου μὴ ὄντος καυστικοῦ, ἀλλ' οὔσης ζωτικῆς καὶ ζωοποιοῦ θέρμης ἐν αὐτῷ καὶ ἀπλήκτου, ὁ ἀὴρ παθητικῶς δέχεται τὸ ἀπ' αὐτοῦ ϕῶς καὶ καυστικῶς· οὕτως οὖν ἁρμονίας οὔσης ἐν αὐτοῖς τινὸς καὶ ἑτέρου εἴδους ϕωνῆς ἡμεῖς παθητικῶς ἀκούομεν → Just as although the Sun itself does not cause burning but has a heat in it that is life-giving, life-engendering, and mild, the air receives light from it by being affected and burned, so also although there is a certain harmony and a different kind of voice in them, we hear it by being affected.
English (LSJ)
ον,
A hard to fight with, unconquerable, X.HG4.2.10 (Comp.), E.Hec.1055 (Sup.); πάντων -ώτατον γυνή Id.Fr.544; of things, A.Pr.921, Pl.Lg.863b, D.1.4, etc. 2 generally, difficult, δ. κρῖναι A.Ag.1561 (lyr.).
German (Pape)
[Seite 683] schwer zu bekämpfen, unbezwinglich, τέρας Aesch. Prom. 921, im superl., wie Eur. Hec. 1055; θυμός Plat. Legg. IX, 863 b; Folgde, z. B. Dem. 1, 4 πρᾶγμα; vgl. Strat. 24 (XII, 182); übh. = schwer, Aesch. Ag. 1561 δύσμαχα δ' ἐστὶ κρῖναι.
Greek (Liddell-Scott)
δύσμᾰχος: -ον, δυσμάχητος, δυσπολέμητος, Αἰσχύλ. Πρ. 921, Εὐρ. Ἑκ. 1055, Πλάτ., κτλ. 2) καθόλου, δύσκολος, δυσχερής, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1561.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
1 difficile à combattre, invincible;
2 difficile (à décider).
Étymologie: δυσ-, μάχομαι.
Spanish (DGE)
(δύσμᾰχος) -ον
1 difícil de combatir δυσμαχώτατον τέρας A.Pr.921, θυμός E.Hec.1055, cf. Pl.Lg.863b, Ἔρως, πάντων δυσμαχώτατος θεός E.Fr.430.3, πάντων δυσμαχώτατον γυνή E.Fr.544, cf. 429.3, τὸ πλῆθος E.Hec.884, ἄγρα IG 13.1163.38 (V a.C.), τοῦθ' ὃ δυσμαχώτατόν ἐστι τῶν Φιλίππου πραγμάτων D.1.4, νεότης ... κακὸν δ. Ph.2.574, ἄρκτων γένη Lib.Ep.1399.5
•milit. de los lacedemonios, X.HG 4.2.12, de los romanos, Plb.15.15.8, de los galaicos, Str.3.3.2, gener. X.Eq.Mag.8.18
•del diablo astuto, pérfido δύσμαχε, πῶς φάος ἦλθες, ἐὼν ζόφος; Gr.Naz.M.37.1398
•difícil de conquistar δ. τοῖς ἐπιβουλεύουσιν del Nilo, Isoc.11.13, τὸ γὰρ δυσμαχώτερον, περισπουδαστότερον Gr.Naz.M.36.345A
•difícil de persuadir ἀπειρήτων νόος ἀνδρῶν δ. Opp.H.1.220
•simpl. difícil, que ofrece resistencia c. inf. ὀνείδη ... δύσμαχα δ' ἐστι κρῖναι son ultrajes que ofrecen resistencia a ser juzgados A.A.1561.
2 que lucha en vano de Aura perseguida por Némesis, Nonn.D.48.452.
Greek Monolingual
δύσμαχος, -ον (Α)
1. δυσπολέμητος
2. ακαταμάχητος
3. δύσκολος.