συνεπιρρώννυμι

From LSJ
Revision as of 17:11, 24 November 2022 by Spiros (talk | contribs) (pape replacement)

ὑμῖν ἔξεστι εὐδαίμοσι γενέσθαι → to you it is permitted to be joyful, it is permitted to be happy, it is permitted to be fortunate, vobis licet esse beatis

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συνεπιρρώννῡμι Medium diacritics: συνεπιρρώννυμι Low diacritics: συνεπιρρώννυμι Capitals: ΣΥΝΕΠΙΡΡΩΝΝΥΜΙ
Transliteration A: synepirrṓnnymi Transliteration B: synepirrōnnymi Transliteration C: synepirronnymi Beta Code: sunepirrw/nnumi

English (LSJ)

help to strengthen or support, τοὺς Ἕλληνας Plu.Alex.33, cf. Brut.49:—Pass., of language, to be based firmly at the same time on, τοῖς ὕψεσι Longin.11.2.

French (Bailly abrégé)

contribuer à fortifier, à affermir, acc..
Étymologie: σύν, ἐπιρρώννυμι.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συν-επιρρώννυμι helpen te versterken. abs. steun verlenen. Plut. Brut. 49.5.

Russian (Dvoretsky)

συνεπιρρώννῡμι: подкреплять, приходить на помощь (συνεπέρρωσαν οἱ ἱππεῖς, τοὺς Ἓλληνας Plut.).

Greek Monolingual

Α
1. βοηθώ, υποστηρίζω
2. παθ. συνεπιρρώνυμαι
(για γλώσσα) ενισχύομαι ταυτοχρόνως με κάτι άλλο («ἀτονεῖ καὶ κενοῦται τὸ ἔμπρακτον αὐτῶν μὴ τοῦς ὕψεσι συνεπιρρωννύμενον», Λογγίν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἐπιρρώννυμι «ενθαρρύνω, ενδυναμώνω»].

Greek (Liddell-Scott)

συνεπιρρώννῡμι: συμβοηθῶ ἐνισχύων, ὑποστηρίζων, παρεκάλει τοὺς θεούς... ἀμῦναι καὶ συνεπιρρῶσαι τοὺς Ἕλληνας Πλουτ. Ἀλέξ. 33, κτλ. ― Παθητ., ἐπὶ τῆς γλώσσης, ὡσαύτως ἐνισχύομαι, Λογγῖν. 11. 2.

Middle Liddell

to help to strengthen, Plut.

German (Pape)

[νῡ], (ῥώννυμι), mit od. zugleich verstärken, Plut. Alex. 33, Brut. 49.