γυπιάς
μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν → one must practice the things which produce happiness, since if that is present we have everything and if it is absent we do everything in order to have it | so we must exercise ourselves in the things which bring happiness, since, if that be present, we have everything, and, if that be absent, all our actions are directed toward attaining it
English (LSJ)
γυπιάδος, ἡ, vulture-haunted, πέτρα A.Supp.796(lyr.).
Spanish (DGE)
(γῡπιάς) -άδος frecuentado por buitres γ. πέτρα A.Supp.796.
French (Bailly abrégé)
άδος
adj. f.
habité par les vautours.
Étymologie: γύψ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
γυπιάς -άδος [γύψ] als adj. f. vol gieren.
German (Pape)
[ῡ], πέτρα, Geierfels, Aesch. Suppl. 809.
Russian (Dvoretsky)
γῡπιάς: άδος adj. f обитаемый коршунами (πέτρα Aesch.).
Greek (Liddell-Scott)
γῠπιάς: -άδος, ἡ, ὑπὸ γυπῶν οἰκουμένη, πέτρα Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 796.
Greek Monolingual
γυπιάς (-άδος), η (Α)
βράχος που κατοικείται από γύπες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γυψ + (επίθημα) -ιαδ- (πρβλ. ορεστιάς, ποντιάς)].