Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βάνω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

βάνω)
1. (για το βλέμμα) ρίχνω, στρέφω
2. (για κτήριο) χτίζω
3. (για ενδύματα και όπλα) φορώ
4. φρ. «βάνω στον νου μου», «βάνει ο λογισμός» κ.λπ.
σκέπτομαι, θυμάμαι
νεοελλ.
Ι. ενεργ.
1. ρίχνω κάτω, καταβάλλω
2. ρίχνω, εκτοξεύω
3. ρίχνω κάτι μέσα σε κάτι άλλο, ανακατεύω
4. κερνώ
5. τοποθετώ
6. φυτεύω ή σπέρνω
7. διορίζω
8. συμπεριλαμβάνω
9. φρ. «βάνω το κεφάλι μου» ή «τον εαυτό μου» — ριψοκινδυνεύω, θυσιάζω
II. μέσ.
1. εντείνω τις δυνάμεις μου για να πετύχω κάτι
2. επιχειρώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος ενεστωτικός τύπος του βάλλω < βάλνω < αρχ. βάλλω (πρβλ. σφάνω < σφάλνω < σφάλλω). Η ετυμολ. < αρχ. βαίνω, με επίδραση του βάλλω δεν φαίνεται πειστική].