Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάκοσμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: διάκοσμος Medium diacritics: διάκοσμος Low diacritics: διάκοσμος Capitals: ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ
Transliteration A: diákosmos Transliteration B: diakosmos Transliteration C: diakosmos Beta Code: dia/kosmos

English (LSJ)

ὁ,

   A = διακόσμησις, Parm.8.60; ὁ τοῦ βίου δ. Arist.Mu.399b16; δ. οὐρανοῦ καὶ γῆς ib.400b32; ὁ λογικὸς δ. εἰκὼν ὅλου τοῦ δημιουργοῦ Hierocl.in CA1p.419M., cf. Orph.H.34.18; θεῶν, νοεροί δ., Procl.Inst.145, Dam.Pr.81; μέγας, μικρὸς Διάκοσμος, titles of works by Leucippus and Democritus, D.L. 9.13; ὁ Ἀναξαγόρειος δ. Satyr.Vit.Eur.Fr.37iii18.    2 battle-order, Th.4.93.    II the Catalogue of ships in Il.2, Str.12.3.5, Sch.Il. Oxy.221 vi 22.

Greek (Liddell-Scott)

διάκοσμος: ὁ, = διακόσμησις, ὁ τοῦ βίου δ. Ἀριστ. π. Κόσμ. 6, 25· δ. οὐρανοῦ καὶ γῆς αὐτόθι 37. Ὁ Δημόκριτος ἔγραψε πραγματείας, ἃς ἐκάλεσε μέγας καὶ μικρὸς Διάκοσμος, Διογ. Λ. 9. 13. 2) τάξιςπαράταξις μάχης, Θουκ. 4. 93. ΙΙ. ὁ τῶν νεῶν κατάλογος ἐν τῷ Β. τῆς Ἰλιάδος, Στράβων 542.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 disposition d’un corps de troupes, ordre de bataille;
2 disposition, ordonnance, arrangement (de l’univers).
Étymologie: διά, κόσμος.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ I 1milit. orden, disposición de combate αὕτη μὲν Βοιωτῶν παρασκευὴ καὶ δ. ἦν Th.4.93, cf. Plu.Tim.27, Cat.Ma.13
ref. a los contingentes troyanos en exégesis de la Ilíada ὁ Τρωικὸς δ. Porph.ad Il.48.16, Sch.Er.Il.17.73a, tít. de un comentario de Demetrio Escepsio, Ath.80d, Str.13.1.55, tít. de una sección de la obra de Apolodoro Περὶ νεῶν καταλόγου Str.12.3.24, ὁ Παφλαγονικὸς δ. ref. al catálogo de las tropas paflagonias (de Il.2.851-5), Str.12.3.10, simpl. ὁ Δ. el contingente troyano y sus aliados D.T.Fr.33, Str.12.3.5, Sch.Er.Il.21.155-6 (p.89), 11.422b, 14.511.
2 ordenamiento, ordenación cosmológica τόν σοι ἐγὼ διάκοσμον φατίζω Parm.B 8.60, en los atomistas Μέγας δ. tít. de una obra de Leucipo o, según otros, de Demócrito, Ath.168b, D.L.9.46, Anon.Herc.1788 (p.147), Ach.Tat.Intr.Arat.13, Μικρὸς δ. tít. de una obra de Demócrito, D.L.9.41, 46, Anon.Herc.1788 (p.147), ὁ Ἀναξαγόρειος δ. Satyr.Vit.Eur.37.3.18, cf. Plu.2.1114b, Eus.PE 7.10.3, Gr.Nyss.Pss.32.16, del que el hombre o la divinidad son representaciones μικρός δ. en una comparación ref. al hombre, Basil.M.31.216A, ὁ λογικὸς δ. ... εἰκὼν ὅλου τοῦ δημιουργοῦ θεοῦ Hierocl.in CA 1.9.
3 en aspectos concr. organización, estructuración ὁ τοῦ βίου δ. ὑπὸ ταύτης (ψυχῆς) ... διατέτακται (p.ej. la labranza, las técnicas, etc.), Arist.Mu.399b16
ordenación cósmica οὐρανοῦ καὶ γῆς Arist.Mu.400b32, τῶν ἀπλανῶν ... ἄστρων Clem.Al.Strom.6.4.35
c. gen. subjet. Διός δ. Aristid.Or.43.24.
4 mús. modo, estructura de una escala Δώριον εἰς διάκοσμον al modo dorio Orph.H.34.18.
II en la fil. neoplatónica orden, clase τῶν κρειττόνων Iambl.Myst.5.22, οἱ θεῖοι διάκοσμοι los órdenes establecidos por la divinidad Procl.Inst.147, τῶν ψυχῶν Syrian.in Metaph.4.18, οἱ νοεροὶ διάκοσμοι los órdenes intelectivos Dam.Pr.81, cf. Simp.in Ph.404.23.

Greek Monolingual

ο (Α διάκοσμος) κόσμος
μσν.- νεοελλ.
1. όλα όσα χρησιμεύουν στη διακόσμηση, τα στολίδια
νεοελλ.
1. η διακοσμητική σύνθεση ως σύνολο
2. ο ρυθμός μιας διακοσμητικής σύνθεσης
3. φρ. «σκηνικός διάκοσμος» — τα σκηνικά, ο φωτισμός, και όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται σε θεατρική παράσταση
αρχ.
1. διαρρύθμιση, διάταξη, τακτοποίηση
2. τάξη ή παράταξη μάχης
3. ο κατάλογος τών πλοίων στο Β της Ιλιάδος.

Greek Monotonic

διάκοσμος: ὁ, = διακόσμησις, παράταξη μάχης, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

διάκοσμος:
1) воен. строй, построение, боевой порядок (Βοιωτῶν παρασκευὴ καὶ δ. Thuc.; συνταράξαι τὸν τῶν πολεμίων διάκοσμον Plut.);
2) устроение, организация (τοῦ βίου Arst.);
3) устройство, строение (οὐρανοῦ Arst.);
4) «Мироздание», или «Мир» (название двух сочинений Демокрита: ὁ μέγας Δ. и ὁ μικρὸς Δ.) Diog. L.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διάκοσμος -ου, ὁ [διά, κόσμος] ordening:; τόν σοι ἐγὼ διάκοσμον φατίζω ik vertel u deze ordening (van het al) Parm. B 8.60; milit. slagorde.

Middle Liddell

διάκοσμος, ὁ, = διακόσμησις,]
battle-order, Thuc.