Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διδακτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δῐδακτός Medium diacritics: διδακτός Low diacritics: διδακτός Capitals: ΔΙΔΑΚΤΟΣ
Transliteration A: didaktós Transliteration B: didaktos Transliteration C: didaktos Beta Code: didakto/s

English (LSJ)

ή, όν, also ός, όν Pl.Erx.398d:    I of things, taught, learnt, ἅπαντα γάρ σοι τἀμὰ νουθετήματα κείνης διδακτά of her teaching, S.El.344; δ. ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοι 1 Ep.Cor.2.13; ὅσοις δ. μηδέν, ἀλλ' ἐν τῇ φύσει τὸ σωφρονεῖν εἴληχεν E. Hipp.79.    2 that can be taught or learnt, τὰ δ. things which may be taught by study and experience, Pi.N.3.41; opp. ἄρρητα, S.OT300; δίδαξον… εἰ διδακτά μοι if I may learn them, Id.Tr.64, cf. 671; τὰ μὲν δ. μανθάνω, τὰ δ' εὑρετὰ ζητῶ Id.Fr.843; κἄστ' οὐ διδακτόν (sc. τὸ τῆς τύχης) E.Alc.786, cf.Supp.914; καθ' ὅσον δ. Isoc.13.20; ἀρετὴν… εἴτε δ. εἴ τε μὴ δ. Pl.Men.71a, cf. Prt.328c, Euthd.274e; ἐπιστήμη Arist. EN1139b25.    II of persons, taught, instructed, πολέμου LXX 1 Ma. 4.7; also δ. θεοῦ taught by God, ib.Is.54.13( = Ev.Jo.6.45).

Greek (Liddell-Scott)

δῐδακτός: -ή, -όν, καὶ ός, όν, Πλάτ. Ἐρυξ. 398D. Ι. ἐπὶ πραγμάτων, δεδιδαγμένος, μεμαθημένος, ἅπαντα γάρ σοι τἀμὰ νουθετήματα κείνης διδακτά, ἐδιδάχθησαν ὑπ᾿ ἐκείνης, Σοφ. Ἠλ. 344. 2) ὅ, τι δύναται νὰ διδάσκηται ἢ μανθάνηται. Πίνδ. Ν. 3. 71· τὰ δ., ἀντίθ. ἄρρητα, πιθ., ὅσα δύναταί τις νὰ μάθῃ διὰ μελέτης καὶ τῆς πείρας ἄνευ θείας ἀποκαλύψεως, Σοφ. Ο. Τ. 300· δίδαξον..., εἰ διδακτά μοι, ἂν δύναμαι νὰ τὰ μάθω, ὁ αὐτ. Τρ. 64, πρβλ. 671· τὰ μὲν δ. μανθάνω ὁ αὐτ. Ἀποσπ. 723· κἄστ᾿ οὐ διδακτὸν (ἐνν. τὸ τῆς τύχης) Εὐρ. Ἀλκ. 786. πρβλ. Ἱκέτ. 914· ‒ τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἀρετὴ εἶνε διδακτόν, ἐρευνᾶται ἐν Πλάτ. Μένωνι, πρβλ. Πρωτ. 328C. Εὐθυδ. 274Ε, Ἀριστ. Ἠθ. 1. 9. ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, δεδιδαγμένος, ἔμπειρος, τινός, ἔν τινι πράγματι, Ἑβδ., Κ.Δ.

French (Bailly abrégé)

ή ou ός, όν :
1 enseigné, appris;
2 qu’on peut ou qu’il faut enseigner.
Étymologie: adj. verb. de διδάσκω.

English (Slater)

δῐδακτός
   1 taught πολλοὶ δὲ διδακταῖς ἀνθρώπων ἀρεταῖς κλέος ὤρουσαν ἀρέσθαι (O. 9.100) n. pl. pro subs., ὃς δὲ διδάκτ' ἔχει, ψεφεννὸς ἀνὴρ ἄλλοτ ἄλλα πνέων οὔ ποτ ἀτρεκεῖ κατέβα ποδί (N. 3.41)

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Morfología: [-ός, -όν E.Supp.914, Pl.Erx.398d]
I 1de abstr. enseñado c. gen. de agente διδακταὶ ἀνθρώπων ἀρεταί virtudes enseñadas por el hombre Pi.O.9.100, ἅπαντα ... νουθετήματα κείνης διδακτά S.El.344, ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις 1Ep.Cor.2.13, sin rég. ὅσοις διδακτὸν μηδέν E.Hipp.79.
2 de pers. instruido, enseñado c. gen. agente πάντες οἱ υἱοὶ σου διδακτοὶ θεοῦ LXX Is.54.13, cf. Eu.Io.6.45, c. gen. obj. οὗτοι διδακτοὶ πολέμου esos instruidos en la guerra LXX 1Ma.4.7.
II de abstr. que puede ser enseñado, enseñable ὃς δὲ διδάκτ' ἔχει Pi.N.3.41, διδακτά op. ἄρρητα S.OT 300, εἰ διδακτά μοι si se me puede enseñar S.Tr.64, cf. 671, τὰ μὲν διδακτὰ μανθάνω, τὰ δ' εὑρετὰ ζητῶ S.Fr.843, ἡ δ' εὐανδρία E.l.c., cf. Alc.786, ἡ ἀρετή Pl.Men.71a, Prt.328c, Euthd.274e, Pl.l.c., Ph.1.617, 618, Posidon.2, Plu.2.439a, (τὸ πρᾶγμα) Isoc.13.20, ἐπιστήμη Arist.EN 1139b25, αἴσθησις Ph.1.97, εἰ μὲν οὐδὲ μαθητόν ἐστιν οὐδὲ διδακτόν Arr.Epict.1.26.5.
III adv. -ῶς mediante enseñanza δ. ἔχειν ἅπερ οὐκ οἶδεν Cyr.Al.M.69.1028C.

English (Strong)

from διδάσκω; (subjectively) instructed, or (objectively) communicated by teaching: taught, which … teacheth.

English (Thayer)

διδακτη, διδακτον (διδάσκω);
1. that can be taught (Pindar, Xenophon, Plato, others).
2. taught, instructed, followed by a genitive by one (cf. Winer s Grammar, 189 (178); 194 (182); Buttmann, 169 (147)): τοῦ θέο, by God, πνεύματος ἁγίου (G L T Tr WH omit ἁγίου), by the (Holy) Spirit, νουθετηματα κεινα διδακτα, Sophocles El. 344.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α διδακτός, -ή, -όν και -ός, -όν) διδάσκω
νεοελλ.
αυτός που μπορεί να μεταδοθεί με διδασκαλία
αρχ.
1. (για πράγματα) διδαγμένος, μαθημένος
2. (για άνθρωπο) έμπειρος, εξασκημένος
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα διδακτά
όσα επιτρέπεται να διδαχθούν
4. φρ. «διδακτὸς θεοῡ» — διδαγμένος από τον θεό.

Greek Monotonic

δῐδακτός: -ή, -όν (δῐδάσκω)·
I. 1. λέγεται για πράγματα, διδαγμένος, μαθημένος, σε Σοφ.
2. αυτό το οποίο μπορεί ή οφείλει να διδαχθεί ή να μάθει κάποιος, σε Πίνδ., Σοφ. κ.λπ.
II. λέγεται για πρόσωπα, διδαγμένος, έμπειρος, τινος, σε κάτι, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

διδακτός: и
1) преподанный, выученный, усвоенный: ἅπαντά σοι κείνης διδακτά Soph. всему (этому) научила тебя она;
2) могущий быть преподанным, познаваемый, доступный усвоению (ἀρεταί Pind.; πᾶσα ἐπιστήμη Arst.): οὐ δ., ἄλλ᾽ ἀσκητός Plat. приобретаемый не обучением, а упражнением; πάντα διδακτά τε ἄρρητά τε Soph. все познаваемое и неизреченное (непознаваемое); δίδαξον, εἰ διδακτόν Soph. скажи, если можно;
3) обученный, научившийся, усвоивший, просвещенный (ἔσονται πάντες διδακτοὶ θεοῦ NT).

Middle Liddell

δῐδακτός, ή, όν adj διδάσκω
I. of things, taught, learnt, Soph.
2. that can or ought to be taught or learnt, Pind., Soph., etc.
II. of persons, taught, instructed, τινός in a thing, NTest.

Chinese

原文音譯:didaktÒj 笛打克拖士
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:教(的)
字義溯源:所教訓的,教導的;源自(διδάσκω)=教);而 (διδάσκω)出自(δαπάνη)Y*=學)
出現次數:總共(3);約(1);林前(2)
譯字彙編
1) 所指教的(2) 林前2:13; 林前2:13;
2) 教導(1) 約6:45