Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διχθά

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: διχθά Medium diacritics: διχθά Low diacritics: διχθά Capitals: ΔΙΧΘΑ
Transliteration A: dichthá Transliteration B: dichtha Transliteration C: dichtha Beta Code: dixqa/

English (LSJ)

Adv., Ep. for δίχα, δ. δεδαίαται they are parted

   A in twain, Od.1.23; δ. δέ μοι κραδίη μέμονε my heart is divided, Il.16.435.

German (Pape)

[Seite 646] p. = δίχα; vgl. τρίχα τριχθά, τέτραχα τετραχθά, μαλακός μαλθακός, χαμαλός χθαμαλός. Bei Homer διχθά zweimal: διχθὰ δεδαίαται, sie sind zwiefach, in zwei Theile getheilt, Od. 1, 23; διχθὰ δέ μοι κραδίη μέμονε, mein Herz sinnt auf zweierlei, ich bin uneins mit mir, Il 16. 435. Vgl. διχθάδιος.

Greek (Liddell-Scott)

διχθά: ἐπίρρ., Ἐπ. ἀντὶ δίχα, ὡς τριχθὰ ἀντὶ τρίχα, δ. δεδαίαται, εἶναι κεχωρισμένος εἰς δύο, Ὀδ. Α. 23· δ. δέ μοι κραδίη μέμονε, ἡ καρδία μου εἶναι διῃρημένη, Ἰλ. Π. 435.

French (Bailly abrégé)

adv.
poét. c. δίχα.

English (Autenrieth)

δίχα.

Spanish (DGE)

• Prosodia: [-ᾰ-]
adv. en dos partes δ. δέ μοι κραδίη μέμονε mi corazón vacila entre dos deseos, Il.16.435, τοὶ δ. δεδαίαται los (etíopes) que están repartidos en dos partes, Od.1.23, cf. Str.1.2.24, 32, δ. τοι ... θεοὶ τιμὴν ἐδάσαντο h.Hom.22.4, δ. δὲ χαλκὸς οὐκ ἐχύθη AP 16.347, δ. δὲ καλλείψαντες ... Ἰχθύες ἀστερόεντες, ὁ μὲν Νότον, ὃς δὲ Βορῆα Nonn.D.38.368. < διχθά διχθάδιος > διχθά, -ᾶς, ἡ
sent. dud., quizás un perfume, DP 36.85, 86.

Greek Monolingual

διχθά επίρρ. (Α) δις
1. σε δύο μέρη («διχθά δεδέαται» — χωρισμένοι στα δύο)
2. με δύο τρόπους («διχθὰ δὲ μοι κραδίη μέμονε» — η καρδιά μου αμφιταλαντεύεται).

Greek Monotonic

διχθά: επίρρ., Επικ. αντί δίχα, δ. δεδαίαται, είναι χωρισμένος στα δύο, σε Ομήρ. Οδ.· δ.κραδίη μέμονε, η καρδιά μου είναι διχασμένη, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

διχθά: adv. надвое, пополам (Αἰθίοπες, τοὶ δ. δεδαίαται Hom.).

Middle Liddell

adverb[epic for δίχα
δ. δεδαίαται they are parted in twain, Od.; δ. κραδίη μέμονε my heart is divided, Il.