Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυσεύρετος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: δῠσεύρετος Medium diacritics: δυσεύρετος Low diacritics: δυσεύρετος Capitals: ΔΥΣΕΥΡΕΤΟΣ
Transliteration A: dyseúretos Transliteration B: dyseuretos Transliteration C: dyseyretos Beta Code: duseu/retos

English (LSJ)

ον,

   A hard to find out, A.Pr.816; λόγος Porph. ap. Eus.PE3.11; δ. τό τινων γένος Ph.1.234.    2 hard to find or get, X.Mem.3.14.7, Secund.Sent.11; σπάνιον καὶ δ. Plu.2.97b.    3 hard to find one's way through, impenetrable, ὕλη E.Ba.1221.

German (Pape)

[Seite 680] schwer zu finden, schwer zu entdecken; Aesch. Prom. 816; Eur. Bacch. 1219; in Prosa, Xen. Mem. 3, 14, 7 Vect. 4, 13 u. Sp., wie Luc. Tim. 25.

Greek (Liddell-Scott)

δυσεύρετος: -ον, ὃν δυσκόλως εὑρίσκει τις, Αἰσχύλ. Πρ. 816, Ξεν. Ἀπομν. 3. 14, 7. 2) δι’ οὗ δυσκόλως εὑρίσκει τις δίοδον, ὕλη Εὐρ. Βάκχ. 1221.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difficile à trouver.
Étymologie: δυσ-, εὑρίσκω.

Spanish (DGE)

-ον
1 difícil de encontrarde ciertos alimentos, X.Mem.3.14.7, cf. Vect.4.13, μιμήσομαι λύκου κέλευθον πολεμίοις δυσεύρετον imitaré la marcha del lobo, oculta para los enemigos E.Rh.212, τεῖχος por estar escondido, D.H.4.13, τὸ στόμα τοῦ ποταμοῦ Peripl.M.Rubri 43, διέξοδοι ... τοῖς ἀπείροις δυσεύρετοι del laberinto, D.S.4.77, τῆς ἐν τοῖς παροιχομένοις χρόνοις ἀληθείας οὔσης δυσευρέτου D.S.13.90, δυσεύρετον σφόδρα τὸ τούτων ἐστὶ γένος Ph.1.234, σπάνιον καὶ δυσεύρετόν ἐστι φίλος βέβαιος Plu.2.97b, (ἔρως) αἴνιγμα δυσεύρετον ὤν Plu.Fr.136, τί φίλος; ... δ. κτῆμα Secund.Sent.11, de un libro, Phot.Bibl.145a32, τὸ ... ἄριστον δυσεύρετόν τε καὶ δυσεπίκριτον ref. a un modelo de estilo, Ap.Ty.Ep.19, χρῆμα Luc.Tim.25, δ. ὅ γε σοφὸς ἀληθῶς Eus.PE 7.8.13
fig. difícil de entender de palabras, A.Pr.816, ζήτησις δ. investigación condenada al fracaso Ph.1.624, λόγος Porph.Fr.360.7.
2 difícil de calcular ἵνα ... τούτων ἡ πληθὺς μὴ δ. D.H.4.15.
3 en el que es difícil encontrar un camino, impenetrable ὕλη E.Ba.1221
fig. de difícil solución φροντίδες Philostr.VA 1.32
neutr. subst. τὸ δ. τῆς ἀφροσύνης lo intrincado de la sinrazón D.Chr.80.9, τὸ δυσεργὲς καὶ δ. τοῦ πράγματος OGI 502.6 (Ezanos II d.C.).

Greek Monolingual

-η, -ο (AM δυσεύρετος, -ον)
αυτός τον οποίο δύσκολα βρίσκει κανείς, σπάνιος («δυσεύρετα τρόφιμα»)
αρχ.
1. αυτός που δύσκολα ανακαλύπτεται ή διακρίνεται («δυσεύρετον γένος»)
2. εκείνος από τον οποίο δύσκολα βρίσκει κανείς δίοδο.

Greek Monotonic

δυσεύρετος: -ον, 1. αυτός που είναι δύσκολο να βρεθεί, σε Αισχύλ.
2. δύσκολος στην εύρεση ή στην απόκτηση, σε Ξεν.
3. αδιαπέραστος, απροσπέλαστος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δυσεύρετος:
1) с трудом находимый (ψελλόν τι τε καὶ δυσεύρετον Aesch.; σπάνιος καὶ δ. Plut.);
2) трудно проходимый (ὕλη Eur.).

Middle Liddell

δυσ-εύρετος, ον
1. hard to find out, Aesch.
2. hard to find or get, Xen.
3. hard to find one's way through, impenetrable, Eur.