Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἴνιγμα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: αἴνιγμα Medium diacritics: αἴνιγμα Low diacritics: αίνιγμα Capitals: ΑΙΝΙΓΜΑ
Transliteration A: aínigma Transliteration B: ainigma Transliteration C: ainigma Beta Code: ai)/nigma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A dark saying, riddle, Pi.Fr.177, A.Pr.610, etc., cf. LXX De.28.37 : freq. in pl., ἐξ αἰνιγμάτων in riddles, darkly, A.Ag. 1112,1183; δι' αἰνιγμάτων Aeschin.3.121 (v.l.), etc. ; ἐν αἰνίγματι 1 Ep.Cor.13.12; αἴ. προβάλλειν, ξυντιθέναι, πλέκειν to make a riddle, Pl.Chrm.162b, Ap.27a, Plu.2.988a; opp. διειπεῖν, εἰδέναι, S.OT 393,1525; μαθεῖν E.Ph.48.    II taunt, Aristaenet.1.27.    III ambush (Theban), Palaeph.4.

Greek (Liddell-Scott)

αἴνιγμα: -ατος, τό, (αἰνίσσομαι) = λόγος ἀσαφής, αἴνιγμα, ὡς τὸ αἰνιγμός, Πινδ. Ἀποσπ. 165. Αἰσχύλ. Πρ. 610, κτλ. πρβλ. δυστόπαστος συχν. κατὰ πληθυντ. ἐξ αἰνιγμάτων = αἰνιγματωδῶς, ἀσαφῶς, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1113, 1183. δι᾿ αἰνιγμάτων, Αἰσχίν. 70. 34 (πρβλ. αἰνιγμός)· αἴν. προβάλλειν, ξυντιθέναι, πλέκειν = προβάλλω, συντίθημι, πλέκω, αἴνιγμα, Πλάτ. Χαρμ. 162Β, Ἀπολογ. 27Α, Πλούτ. 2. 671Ε· κατ᾿ ἀντίθ. πρὸς τά: αἴνιγμα διειπεῖν, εἰδέναι, λύειν, εὑρίσκειν, Σοφ. Ο. Τ. 393. 1525, κτλ. ΙΙ. κερτομία, σκῶμμα, ἐπίπληξις, Ἀρισταίν. 1. 27.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 parole obscure ou équivoque, énigme;
2 oracle.
Étymologie: αἰνίσσομαι.

English (Slater)

αἴνιγμα
   1 riddle sc. of the Sphinx. αἴνιγμα παρθένοἰ ἐξ ἀγριᾶν γνάθων fr. 177a.

Spanish (DGE)

-ματος, τό

• Alolema(s): tarent. ἄνεγμα Hsch.
I 1enigma, adivinanza, acertijodel propuesto por la esfinge αἴνιγμα παρθένοι' ἐξ ἀγριᾶν γνάθων Pi.Fr.177d, τὰ κλείν' αἰνίγματα S.OT 1525, E.Ph.1688, 1759, cf. S.OT 393, Plu.2.988a
εἰδέναι, μαθεῖν, εὑρεῖν acertar, descifrar S.OT 1525, E.Ph.48, 1731
gener. sentencia velada, enigmática ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων A.Ch.887, cf. Pl.Chrm.161c, 162b, Ap.27a, αἰνίγματα λέγεις Luc.DMort.19.2, οὐκ ἐμπλέκων αἰνίγματ' ἀλλ' ἁπλῷ λόγῳ A.Pr.610, ἐξ αἰνιγμάτων de la forma de hablar de Casandra, A.A.1112, 1183
de las enseñanzas de los pitagóricos δι' αἰνιγμάτων ἐδίδασκε καθάπερ ἦν ἔθος αὐτοῖς Sch.Pl.Phd.61d, τοῦτο δὲ παρήγγειλε καὶ Πυθαγόρας αἰνίγμασιν ἅπερ ἐγὼ παραθεὶς ἐξηγήσομαι Plu.2.12d, ἅπτομαι αἰνιγμάτων Philostr.VA 6.11
considerado como un tropo o figura estilística ἂν μὲν οὖν ἐκ μεταφορῶν, αἴνιγμα, ἐὰν δὲ ἐκ γλωττῶν, βαρβαρισμός Arist.Po.1458a24-25, cf. τὰ τῶν ποιητῶν αἰνίγματα Max.Tyr.38.4
alegoría, algo oscuro Quint.Inst.8.6.52, cf. Cic.Orat.3.167
de la ley oscuridad, qui iuris nodos et legum aenigmata soluat Iuu.8.50.
2 ingeniosidad Aristaenet.1.27.
II en sent. físico
1 objeto misterioso τεράστιον αἴ. Luc.Am.28
imagen velada βλέπομεν ... δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι (ahora) miramos por un espejo en una especie de imagen velada e.d. oscuramente, 1Ep.Cor.13.12, cf. Dion.Ar.EH 73.14.
2 emboscada Palaeph.4.

• Etimología: Cf. αἶνος.

English (Abbott-Smith)

αἴνιγμα, -ατος, τό (< αἰνίσσομαι, to speak in riddles; < αἰνός = δεινός, dread, strange), [in LXX for חִידָה, Nu 12:8 and always exc. De 28:37 (שַׁמָּה) ;]
a dark saying, riddle: I Co 13:12 (cf. Nu, l.c.). †

English (Strong)

from a derivative of αἶνος (in its primary sense); an obscure saying ("enigma"), i.e. (abstractly) obscureness: X darkly.

English (Thayer)

(τος, τό (common from (Pindar fragment 165 (190)) Aeschylus down; from αἰνίσσομαι or αἰνίττομαι τί, to express something obscurely (from αἶνος, which see));
1. an obscure saying, an enigma, Hebrew חִידָה (Sept. πρόβλημα).
2. an obscure thing: ἐν αἰνίγματι is not equivalent to αἰνιγματικῶς, i. e., ἀμαυρῶς obscurely, but denotes the object in the discerning of which we are engaged, as βλέπειν ἐν τίνι, Sept.: ἐν εἴδει καί οὐ δἰ αἰνιγμάτων. (Others take ἐν locally, of the sphere in which we are looking; others refer the passage to 1. and take ἐν instrumentally.)

Greek Monotonic

αἴνιγμα: -ατος, τό (αἰνίσσομαι), ασαφής λόγος, αίνιγμα, γρίφος, σε Αισχύλ. κ.λπ.· ἐξ αἰνιγμάτων, αινιγματικά, στον ίδ.· δι' αἰνιγμάτων, σε Αισχίν.· αἴνιγμα προβάλλειν, ξυντιθέναι, θέτω αίνιγμα, γρίφο, σε Πλάτ.· αντίθ. προς τα αἴνιγμα λύειν, εὑρίσκειν, λύνω αίνιγμα, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

αἴνιγμα: ατος τό
1) туманная речь, загадка: τὸ αἴ. διειπεῖν или εἰδέναι Soph. разгадать загадку; τὸ αἴ. ξυντιθέναι или προβάλλειν Plat. задавать загадку; οὐκ αἰνίγματ᾽ ἀλλ᾽ ἁπλῷ λόγῳ Aeschin. не в туманных, а в ясных словах; οὐ δι᾽ αἰνιγμάτων, ἀλλ᾽ ἐναργῶς Aeschin. не в виде загадок, а с полной ясностью;
2) иносказание, басня (Αἰσώπειον αἴ. Sext.).

Middle Liddell

αἰνίσσομαι
a dark saying, riddle, Aesch., etc.; ἐξ αἰνιγμάτων in riddles, Aesch.; δι' αἰνιγμάτων Aeschin.; αἴνιγμα προβάλλειν, ξυντιθέναι to propose a riddle, Plat.; opp. to αἴνιγμα λύειν, εὑρίσκειν to solve it, Soph., etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἴνιγμα -ατος, τό αἰνίττομαι raadselachtige\n of duistere uitspraak, raadsel :. ἐξ αἰνιγμάτων in raadselachtige taal Aeschl. Ag. 1183; αἴνιγμα αὐτὸ προύβαλεν hij bracht het als raadsel naar voren Plat. Chrm. 162b; αἴνιγμα συντιθέναι een raadsel opgeven Plat. Ap. 27a; αἴνιγμα διειπεῖν een raadsel oplossen Soph. OT 393; βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι ’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι nu immers kijken we door middel van een spiegel in een raadsel NT 1 Cor. 13.12.