Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επικρίνω

Greek Monolingual

(AM ἐπικρίνω)
νεοελλ.
αποδοκιμάζω, κατηγορώ
αρχ.-μσν.
ξεχωρίζω, εκλέγωἐπεὶ δὲ συνέλθοιεν οἱ τριάκοντα, ἐπέκρινον ἐξ ἑαυτῶν ἕνα τὸν ἄριστον», Διόδ. Σικ.)
αρχ.
1. αποφαίνομαι για κάτι, καθορίζω κάτι μετά από έρευνα
2. (για δικαστική απόφαση) αναγνωρίζω, επικυρώνω
3. δικάζω, κρίνω
4. εκτιμώ, παίρνω υπ’ όψιν
5. κρίνω, τοποθετώ σε μια θέση.