Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐβουλία

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: εὐβουλία Medium diacritics: εὐβουλία Low diacritics: ευβουλία Capitals: ΕΥΒΟΥΛΙΑ
Transliteration A: euboulía Transliteration B: euboulia Transliteration C: evvoulia Beta Code: eu)bouli/a

English (LSJ)

ἡ,

   A good counsel, soundness of judgement, prudence, A.Pr.1035, 1038, S. Ant.1050, Th.1.78, Isoc.9.46, Arist.EN1142b6, etc.; περί τινος Pl. Prt.318e: pl., αἱ τῶν προγόνων εὐ. Aeschin.2.75.    II Pythag. name for three, Theol.Ar.14.

German (Pape)

[Seite 1058] ἡ, das gute Rathen, der gute Rath, u. allgem., Klugheit, Aesch. Prom. 1037. 1040; Soph. Ant. 1037. 1085; Eur. Suppl. 173; περί τινος, Plat. Prot. 318 e; Isocr. 1, 34 u. Folgde; im plur., Aesch. 2, 75.

Greek (Liddell-Scott)

εὐβουλία: ἡ, καλὴ βουλή, εὐθύτης κρίσεως, φρόνησις, Αἰσχύλ. Πρ. 1035, 1038. Σοφ. Ἀντ. 1050, Θουκ. 1. 78, κ. ἀλλ.· περί τινος Πλάτ. Πρωτ. 318Ε, πρβλ. Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 6. 9, 3.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
bon conseil, prudence.
Étymologie: εὔβουλος.

English (Slater)

εὐβουλία
   1 good counsel, wisdom τὸ δ' εὐβουλίᾳ τε καὶ αἰδοῖ ἐγκείμενον αἰεὶ θάλλει (Pae. 2.50)

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐβουλία) εύβουλος
η ορθή σκέψη, η σύνεση, η ορθοφροσύνη
αρχ.
(κατά τους πυθαγορείους) ονομασία του αριθμού τρία.

Greek Monotonic

εὐβουλία: ἡ, καλή γνώμη, συμβουλή, σύνεση, φρονιμάδα, προνοητικότητα, γνώση, σε Αισχύλ., Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

εὐβουλία: ἡ реже pl. здравое суждение, рассудительность, благоразумие Trag., Isocr., Aeschin., Arst., Plut.: εὐ. περὶ τῶν οἰκείων Plat. благоразумие в домашних делах, т. е. умение заботиться о личных интересах.

Middle Liddell

εὐβουλία, ἡ,
good counsel, prudence, Aesch., Soph., etc.