Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεολογία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θεολογία Medium diacritics: θεολογία Low diacritics: θεολογία Capitals: ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Transliteration A: theología Transliteration B: theologia Transliteration C: theologia Beta Code: qeologi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A science of things divine, Pl.R.379a, Phld. Piet.72, Porph.Marc.15, Iamb.Myst.1.1, etc.; title of an Orphic work, Dam.Pr.124: in pl., Arist.Mete.353a35.    II oration in praise of a god, SIG1109.115.    2 incantation, invocation of a god, PMag.Par.1.1037.

German (Pape)

[Seite 1196] ἡ, Untersuchung über Gott u. göttliche Dinge, Plat. Rep. II, 379 a; Arist. meteorl. 2, 1 im plur.; öfter bei K. S.

Greek (Liddell-Scott)

θεολογία: ἡ, λόγος περὶ θεοῦ καὶ τῆς θείας φύσεως, ἡ ἐπιστήμη τῶν θείων πραγμάτων, θεολογία, Πλάτ. Πολ. 379Α· ἐν τῷ πληθ., Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 1, 2. ΙΙ. παρ’ Ἐκκλ., 1) ἡ διδασκαλία (τὸ δόγμα) περὶ τῆς θείας φύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀντίθ. οἰκονομία, ὅπερ δηλοῖ τὴν ἀνθρωπίνην αὐτοῦ φύσιν, οἱ μὲν ἤστραψαν τὴν οἰκονομίαν, ὁ δὲ (Ἰωάννης) βροντᾷ τὴν θεολογίαν Ἰω. Χρυσόστ. Ὁμ. 106. 2) ἡ ἁγία Γραφή, ὁ νόμος, ὡς ἡ θεολογία φησί, δι’ ἀγγέλων ἡμῖν ἐδωρήθη Διονύσ. Ἀρεοπ.· τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας θεολογίας Θεοδώρητ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
science de la divinité, théologie.
Étymologie: θεολόγος.

Spanish

invocación a un dios

Greek Monolingual

η (AM θεολογία) θεολόγος
ο λόγος για τον θεό (ή τους θεούς), η γνώση τών θείων πραγμάτων («οἱ τύποι περὶ θεολογίας τίνες ἄν εἶεν», Πλάτ.)
νεοελλ.
η επιστήμη που ερευνά την ιστορία της χριστιανικής θρησκείας και εκκλησίας και ασχολείται με την έρευνα και την ερμηνεία τών Γραφών
νεοελλ.-μσν.
η χριστιανική θρησκεία, η χριστιανική πίστη
(μσν.-αρχ.)
1. η διδασκαλία για τη θεία φύση του Χριστού
αρχ.
1. εγκωμιαστικός λόγος προς θεό
2. επίκληση του θεού
3. η Αγία Γραφή.

Russian (Dvoretsky)

θεολογία: ἡ исследование о богах, богословие Plat., Arst., Sext.