Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλοπεύς

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κλοπεύς Medium diacritics: κλοπεύς Low diacritics: κλοπεύς Capitals: ΚΛΟΠΕΥΣ
Transliteration A: klopeús Transliteration B: klopeus Transliteration C: klopeys Beta Code: klopeu/s

English (LSJ)

έως, ὁ, A thief, S.Ph.77. 2 generally, secret doer, perpetrator, Id.Ant.493.

German (Pape)

[Seite 1456] ὁ, = κλώψ, der Dieb, der Etwas heimlich, listig an sich bringt; κλοπεὺς ὅπως γενήσει τῶν ἀνικήτων ὅπλων Soph. Phil. 77; übh. der Etwas heimlich thut, φιλεῖ ὁ θυμὸς ῇρῆσθαι κλοπεὺς τῶν μηδὲν όρθῶς ἐν σκότῳ τεχνωμένων, als heimlicher Uebelthäter ertappt werden, Soph. Ant. 489.

French (Bailly abrégé)

έως (ὁ) :
1 voleur;
2 fig. qui fait ou qui prépare clandestinement.
Étymologie: κλέπτω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλοπεύς -έως, ὁ [κλοπή] dief; overdr.: φιλεῖ δ’ ὁ θυμὸς πρόσθεν ᾑρῆσθαι κλοπεύς de geest (van wie kwaad in de zin heeft) pleegt vaak tevoren al als bedrieger betrapt te worden Soph. Ant. 493.

Russian (Dvoretsky)

κλοπεύς: έως ὁ
1 вор, похититель (τῶν ἀνικήτων ὅπλων Soph.);
2 тайный злоумышленник: ᾑρῆσθαι κ. Soph. быть уличенным в злом умысле.

Greek Monolingual

κλοπεύς, ὁ (AM)
κλέφτης («κλοπεὺς ὅπως γενήσει τῶν ἀνικήτων ὅπλων», Σοφ.)
αρχ.
αυτός που ενεργεί κρυφά ή δόλια («φιλεῖ δ' ὁ θυμὸς πρόσθεν ᾑρῆσθαι κλοπεὶς τῶν μηδὲν ὀρθῶς ἐν σκότῳ τεχνωμένων», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλοπός ή < κλοπή.

Greek Monotonic

κλοπεύς: -έως, ὁ = κλώψ,
1. κλέφτης, λωποδύτης, σε Σοφ.
2. γενικά, μυστικός, κρυφός δράστης, στον ίδ.

Greek (Liddell-Scott)

κλοπεύς: -έως, ὁ, = κλώψ, κλέπτης, Σοφ. Φιλ. 77. 2) καθόλου, ὁ κρυφίως πράττων ἢ πράξας τι, ὁ αὐτ. Ἀντ. 493· πρβλ. κλέπτω IV.

Middle Liddell

κλοπεύς, έως, = κλώψ
1. a thief, stealer, Soph.
2. generally, a secret doer, perpetrator, Soph.