Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κύδιμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: κύδῐμος Medium diacritics: κύδιμος Low diacritics: κύδιμος Capitals: ΚΥΔΙΜΟΣ
Transliteration A: kýdimos Transliteration B: kydimos Transliteration C: kydimos Beta Code: ku/dimos

English (LSJ)

[ῡ], ον,

   A = κυδάλιμος, epith. of Hermes, h.Merc.46, al., Hes.Th.938; ἄεθλα Pi.O.14.24.

German (Pape)

[Seite 1524] = κυδάλιμος, im H. h. Herc. zehnmal als Beiwort des Hermes, wie auch Hes. Th. 938; Pind. vrbdt κυδάμων ἀέθλων, Ol. 14, 24; κυδίμα σελάνα Synes.

Greek (Liddell-Scott)

κύδῐμος: ῡ, ον, = κυδάλιμος, οὐδαμοῦ ἐν Ἰλ. ἢ ἐν Ὀδ., ἀλλὰ δεκάκις ἐν τῷ Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. ὡς ἐπίθετ. τοῦ Ἑρμοῦ· ὡσαύτως Ἡσ. Θ. 938, Πίνδ., Συνέσ.

English (Slater)

κῡδῐμος
   1 bringing renown κυδίμων ἀέθλων (O. 14.24)

Spanish

glorioso

Greek Monolingual

κύδιμος, -ον (Α) κύδος
ένδοξος, φημισμένος («κύδιμον Ἑρμῆν», Ησίοδ.).

Greek Monotonic

κύδῐμος: [ῡ], -ον = κυδάλιμος, σε Ομηρ. Ύμν., Ησίοδ., Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

κύδιμος: (ῡ) славный (Ἑρμῆς HH).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κύδιμος -η -ον [κῦδος] stralend, trots, fier.

Middle Liddell

κύ¯δῐμος, ον = κυδάλιμος, Hhymn., Hes., Pind.]