Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυδάλιμος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: κῡδάλιμος Medium diacritics: κυδάλιμος Low diacritics: κυδάλιμος Capitals: ΚΥΔΑΛΙΜΟΣ
Transliteration A: kydálimos Transliteration B: kydalimos Transliteration C: kydalimos Beta Code: kuda/limos

English (LSJ)

[ᾰ], ον, also η, ον IG5(1).599 (Sparta): (κῦδος):—

   A glorious, renowned, in Hom. epith. of heroes, Il.17.378, Od.14.206, al.; of nations, Il.6.184, 204; κ. κῆρ a noble heart, of Agamemnon and Achilles, 10.16, 18.33; the suitor Eurymachus, Od. 21.247; the lion, Il.12.45; ἱερεῖς… τιμαῖς -ους Man.2.226.

German (Pape)

[Seite 1524] ον, ein eigenes fem. κυδαλίμα Inscr. 1409, auch Christod. ecphr. 410; ruhmvoll, berühmt, ehrenwerth; Hom. von einzelnen Helden und ganzen Völkern, wie Il. 6, 181. 204; auch μέγα δ' ἔστενε κυδάλιμον κῆρ, das ed le Herz, Od. 21, 247, vgl. Il. 10, 16. 18, 33; sebst vom Herzen des Löwen, 12, 45. – Auch sp. D., wie Ep. ad. 655 (Plan. 21), Maneth. 2, 226.

Greek (Liddell-Scott)

κῡδάλιμος: ᾰ, ον, ὡσαύτως η, ον, Ἐπιγρ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 1409· (κῦδος)· ― ἔνδοξος, πεφημισμένος, Ὁμηρ. ἐπίθ. τῶν ἡρώων, Ἰλ. Ρ. 378, Ὀδ. Ξ. 206, κτλ.· καὶ ὁλοκλήρων ἐθνῶν, ὡς ἐν Ἰλ. Ζ. 184, 204· ὡσαύτως, κυδάλιμον κῆρ, εὐγενὴς καρδία, τοῦ Ἀγαμέμνονος καὶ Ἀχιλλέως, Κ. 16., Σ. 33· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ μνηστῆρος Εὐρυμάχου, Ὀδ. Φ. 247· ἐπὶ τῆς καρδίας τοῦ λέοντος, Ἰλ. Μ. 45. ― Πρβλ. κύδιμος, κύδιστος, κυρδός, κυδνός.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
illustre.
Étymologie: κῦδος.

Greek Monolingual

κυδάλιμος, -ον, θηλ. και -ίμη (Α)
1. ένδοξος, φημισμένος («δύο δ' oὔ πω φῶτε πεπύσθην, ἀνέρε κυδαλίμω», Ομ. Ιλ.)
2. φρ. «κυδάλιμον κῆρ» — ευγενής καρδία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῡδος + επίθημα -άλιμος (βλ. κατάλ. -ιμος)].

Greek Monotonic

κυδάλιμος: [ᾰ], -ον (κῦδος), ένδοξος, φημισμένος, εκπληκτικός, τιμημένος, αγλαός, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

κῡδάλῐμος: (ᾰ)
1) славный, доблестный (Σόλυμοι, Θρασυμήδης Hom.);
2) благородный, мужественный (κῆρ Hom.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυδάλιμος -ον [κῦδος] trots, fier:. κυδάλιμον κῆρ zijn trotse hart Il. 10.16.

Middle Liddell

κυδά˘λιμος, ον κῦδος
glorious, renowned, famous, Hom.