Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετάφημι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μετάφημι Medium diacritics: μετάφημι Low diacritics: μετάφημι Capitals: ΜΕΤΑΦΗΜΙ
Transliteration A: metáphēmi Transliteration B: metaphēmi Transliteration C: metafimi Beta Code: meta/fhmi

English (LSJ)

   A speak among persons, whether in addressing one or more of them, or as their spokesman, Hom. (only 3sg. impf. μετέφη), c. dat. pl., τῇσιν (sc. δμῳαῖς) μ. Od.18.312; πάντεσσι θεοῖσι Il.19.100: elsewh. Hom. always joins it with τοῖς or τοῖσι, whether a single person is addressed, as in Il.2.411, 4.153, 19.55, or more than one, as in Od.8.132:—μετέφη c. acc. pers. is f. l. in Il.2.795.

German (Pape)

[Seite 156] (s. φημί), wie μεταυδάω, unter, d. i. zu Mehreren sprechen, τοῖσι δ' εὐχόμενος μετέφη, Il. 2, 411, τῇσι, sc. δμωῇσιν, Od. 18, 311, vgl. Iliad. 4, 153. 19, 55; – Il. 2, 795 steht es ohne Casus.

Greek (Liddell-Scott)

μετάφημι: ὡς τὸ μεταυδάω, ὁμολῶ μεταξύ τινων, ἑπομένως, ἀποτείνω τὸν λόγον, ἀγορεύω πρός..., Ὅμ. (ὅστις ποιεῖται χρῆσιν μόνον τοῦ γ΄ ἑνικ. τοῦ παρατ. μετέφη), μετὰ δοτ. πληθ., π.χ., τῇσι (δηλ. δμωαῖς) Ὀδ. Σ. 312· ἀλλαχοῦ ὁ Ὅμ. ἀείποτε συνάπτει αὐτὸ μετὰ τοῦ τοῖς ἢ τοῖσι, ὅπερ ἐν τῇ Ὀδ. δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ ὡς δοτ. προσώπου (ὡς ἀνωτέρω τὸ τῇσι), ὡμίλησε πρὸς αὐτούς· ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Β. 411., Δ. 153., Τ. 55, πρὸς ἓν μόνον πρόσωπον γίνεται λόγος, ὥστε ἐνταῦθα τὸ τοῖς δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς δοτ. πράγματος (ἐξυπακουομένου τοῦ μύθοις, ἔπεσι), μὲ τούτους τοὺς λόγους ὡμόλησεν· δυνάμεθα δὲ οὕτω νὰ ἑρμηνεύσωμεν καὶ τὰ ἐν Ὀδ. χωρία πλὴν τοῦ Σ. 312 (τοῦ ἀνωτέρω μνημονευθ.). 2) μετ’ αἰτ. προσ., ὡς τὸ προσέφη, Ἰλ. Β. 795, - Πρβλ. μετεῖπον.

French (Bailly abrégé)

seul. impf. 3ᵉ sg. μετέφη;
1 parler au milieu de, τινι, ou en gén. s’adresser à;
2 adresser la parole à.
Étymologie: μετά, φημί.

English (Autenrieth)

ipf. μετέφη: speak among or to, τισί, also w. acc., Il. 2.795. See φημί.

Greek Monolingual

μετάφημι (Α)
μιλώ μαζί με άλλους ή ως αντιπρόσωπος άλλων («εὐχόμενος μετέφη θεοῑσι», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + φημί «λέγω»].

Greek Monotonic

μετάφημι: παρατ. μετ-έφην (πρβλ. μετ-εῖπον)·
1. μιλώ ανάμεσα σε άλλους, απευθύνομαι σ' αυτούς, με δοτ. πληθ., σε Όμηρ.
2. με αιτ. προσ., προσεγγίζω, πλησιάζω, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

μετάφημι: (только 3 л. sing. impf. μετέφη) обращаться с речью, говорить (τινί, реже τινά Hom.).

Middle Liddell

imperf. μετ-έφην [cf. μετεῖπον
1. to speak among others, to address them, c. dat. pl., Hom.
2. c. acc. pers. to accost, Il.