Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μονάς

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μονάς Medium diacritics: μονάς Low diacritics: μονάς Capitals: ΜΟΝΑΣ
Transliteration A: monás Transliteration B: monas Transliteration C: monas Beta Code: mona/s

English (LSJ)

Ion. μουνάς (AP9.482 (Agath.)), άδος, ἡ, special fem. of μόνος,

   A solitary, ἐρημία E.Ba.609 (troch.); αἰών Id.Ph.1520 (lyr.); of a woman, alone, by oneself, Id.Andr.855 (lyr.): as masc., of a man, A. Pers.734 (troch.).    II as Subst. μονάς, ἡ, unit, Pl.Phd.101c, 105c, Arist.Metaph.1089b35, etc.; monad, Procl.Inst.64, in Alc.p.51 C. (pl.), Dam.Pr.199, al.: in Pythag. philosophy, to denote fire, Plu.Num. 11.    2 Ion., = οἴνη, ace on a die, Poll.7.204.    3 as a measure of length, = δάκτυλος, Hero *Geom.4.2; εἰς μονάδας ἀγαγεῖν reduce to units (of weight, here drachmae), Ph.Bel.51.24; διεξασμένη κατὰ μονάδας, of alum, Dsc.5.106.

German (Pape)

[Seite 201] άδος, als adj. = μόνος, μονάδα δὲ Ξέρξην, ἔρημον, Aesch. Pers. 720; μονάδ' ἔχουσ' ἐρημίαν, Eur. Bacch. 609, vgl. Andr. 855; ἀρχαί, Plut. fac. orb. lun. 12. άδος, ἡ, die Einheit; μονάδος δεῖν μετασχεῖν, ὃ ἂν μέλλῃ ἓν ἔσεσθαι Plat. Phaed. 101 e, öfter; Plut. u. a. Sp.; auch das Einfache, Untheilbare, weil es nicht aus mehreren Theilen zusammengesetzt ist. – Das As oder die Eins auf den Würfeln, Poll. 7, 204. 9, 95. – Als Längenmaaß = δάκτυλος, Heron.

Greek (Liddell-Scott)

μονάς: Ἰων. μουνὰς (Ἀνθ. Π. 9. 482), -άδος, ἡ, ἴδιον θηλ. τοῦ μόνος, μόνη, μοναχή, μεμονωμένη, ἐρημία Εὐρ. Βάκχ. 609· αἰὼν ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 1520· ― ἐπὶ γυναικός, μόνη κατάμονος, ὁ αὐτ’ ἐν Ἀνδρ. 854· ὡσαύτως ὡς ἀρσεν. ἐπὶ ἀνδρός, Αἰσχύλ. Πέρσ. 734· πρβλ. λογάς. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., μονάς, ἡ, Πλάτ. Φαίδων 101C, 105C, κλ., πρβλ. μονάζω ΙΙ· ― ἐν τῇ Πυθαγορείῳ φιλοσοφίᾳ ἐσήμαινε τὸ πῦρ, Πλουτ. Νουμ. 11· ― ἡ μ. ἐν τριάδι, ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, Συλλ. Ἐπιγρ. 8921. 2) τὸ μέρος τοῦ κύβου τὸ ἔχον ἓν στίγμα, Πολυδ. Ζ΄, 204. 3) ὡς μέτρον μήκους = δάκτυλος, Ἥρων.

French (Bailly abrégé)

άδος
1 adj. (ὁ, ἡ) seul, solitaire, isolé;
2 subst.μονάς, l’unité.
Étymologie: μόνος.

Greek Monolingual

η (ΑΜ μονάς, -άδος)
βλ. μονάδα.

Greek Monotonic

μονάς: Ιων. μουνάς, -άδος, ιδιαίτερος τύπος θηλ. του μόνος, μόνη, μοναχική, σε Ευρ.·
I. ως αρσ. λέγεται για άνδρα, σε Αισχύλ.
II. ως ουσ., μονάς, , μονάδα, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μονάς:
I ион. μουνάς, άδος adj.
1) одинокий (ἐρημία Eur.);
2) покинутый, брошенный (Ξέρξης Aesch.).
άδος ἡ
1) мат. единица (ἡ μ. ἐλάχιστον ἐν τοῖς ἀριθμοῖς Arst.);
2) филос. монада, простая сущность (δεῖ μονάδος μετασχεῖν, ὃ ἂν μέλλῃ ἓν ἔσεσθαι Plat.).

Middle Liddell

μονάς, ιονιξ μουνάς, άδος, special fem. of μόνος
I. alone, solitary, Eur.; as masc. of a man, Aesch.
II. as Subst., μονάς, άδος, a unit, Plat.