Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξοΐς

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ξοΐς Medium diacritics: ξοΐς Low diacritics: ξοίς Capitals: ΞΟΙΣ
Transliteration A: xoḯs Transliteration B: xois Transliteration C: ksois Beta Code: coi/+s

English (LSJ)

ΐδος, ἡ,

   A chisel, IG22.463.40, 11(2).199A87 (Delos, iii B. C.), Supp.Epigr.4.447.40 (Didyma, ii B. C.), etc. ; ξ. χαρακτή toothed chisel, IG7.3073.104 (Lebad.) ; ξ. ἀρτίστομος (q.v.), ib.148 ; ξ. ἡμιτριβής Inscr.Délos507 ; ποιμενικῆς αὐτομαθοῦς ξ. APl.4.86.

German (Pape)

[Seite 280] ΐδος, ἡ, Werkzeug zum Arbeiten in Holz und Stein, Schnitzmesser, Meißel, ποιμενική, Ep. ad. 232 (Plan. 86).

Greek (Liddell-Scott)

ξοΐς: -ΐδος, ἡ, ἐργαλεῖον γλυπτικόν, Ἀνθ. Πλαν. 86. - Καθ’ Ἡσύχ.: «μεταλλικὸν σκεῦος, καὶ λιθουργικόν».

French (Bailly abrégé)

ΐδος (ἡ) :
instrument pour tailler la pierre ou le bois, ciseau ou serpe.
Étymologie: ξέω.

Greek Monolingual

ξοΐς, ἡ (Α)
σιδερένιο εργαλείο που χρησιμοποιείται στη γλυπτική και στην εξόρυξη, καθώς και στην κατεργασία μεταλλευμάτων ή πετρωμάτων, σμίληξοΐς
μεταλλικὸν σκεῡος, και λιθουργικόν», Ησύχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί πιθ. από την ετεροιωμένη βαθμίδα ξο- του ξέω κατά τα: κοπίς, δορίς.

Greek Monotonic

ξοΐς: -ΐδος, ἡ (ξέω), σμίλη γλύπτη, λιθοξόου, σε Ανθ.