Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τύκος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τύκος Medium diacritics: τύκος Low diacritics: τύκος Capitals: ΤΥΚΟΣ
Transliteration A: týkos Transliteration B: tykos Transliteration C: tykos Beta Code: tu/kos

English (LSJ)

[ῠ], ὁ, (τεύχω)

   A instrument for working stone, mason's hammer or pick, βάθρα . . κανόνι καὶ τύκοις ἡρμοσμένα E.HF945, cf. Poll.7.118: also τύχος, ὁ, IG11(2).161A87, 199A87 (Delos, iii B. C.), Supp.Epigr.2.569.27 (Didyma, ii B. C.); τύχοι· λιθοξοϊκὰ ἐργαλεῖα, Hsch., cf. Paus. Gr.Fr.62 (τοιχοι Poll.10.147 codd.); = ὄρυξ, Theognost.Can. 4.    2 τύχους καὶ τοὺς σφῆνας καλοῦσιν Hsch. s.v. τύχων πυλῶν: cf. eund. s.v. τύφοι.    II from the like ness of shape, battle-axe, poleaxe, Hdt.7.89 (τύκους codd.CP; τύχους rell.).

German (Pape)

[Seite 1160] ὁ, auch τύχος, das Werkzeug, mit dem der Steinmetz die Steine behau't, Hammer, Keil, Schlägel, Meißel, Steinaxt; Eur. Herc. Fur. 945; οἰκοδόμου σκεῦος, Poll. 10, 147; Hesych. erkl. es durch σφήν, Keil. – Auch Streitaxt, Her. 7, 89.

Greek (Liddell-Scott)

τύκος: [ῠ], ὁ, (√ΤΥΚ, τεύχω) ἐργαλεῖον πρὸς κατεργασίαν λίθων, οἰκοδομικὸν ἐργαλεῖον, λιθοξοϊκὸν σιδήριον, καὶ σφῦρα λατόμων, βάθρα... κανόνι καὶ τύκοις ἡρμοσμένα Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 945, πρβλ. Πολυδ. Ι΄, 147, καὶ ἴδε τύκισμα. ΙΙ. ὡς ἐκ τῆς ὁμοιότητος ἢ τοῦ σχήματος, πέλεκυς χρήσιμος ἐν μάχῃ, πολεμικὸς πέλεκυς, Ἡρόδ. 7. 89.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 pic de tailleur de pierres;
2 hache d’armes.
Étymologie: τεύχω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. τύχος Α
το σιδερένιο σφυρί τών λατόμων και τών λιθοξόων («τύκον, τὴν τῶν λατόμων σφῡραν», Πολυδ.)
αρχ.
1. είδος πολεμικού πελέκεως
2. (στον τ. τύχος) (κατά τον Ησύχ.) α) «πύλη»
β) «σφήν».
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος ο οποίος ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας (s)teuk- «χτυπώ, σπρώχνω, ωθώ» και μπορεί να συνδεθεί με: αρχ. σλαβ. tŭknọtĭ, ρωσ. tknutĭ «χτυπώ, προσκρούω, σπρώχνω», istukati «κόβω, χύνω μέταλλο», tykatĭ «χτυπώ, τρυπώ», τα οποία, ωστόσο, έχουν γενικότερες σημ. σε σχέση με την σημ. του τύκος. Ο παρλλ. τ. τύχος εμφανίζει δασύ σύμφωνο -χ- κατ' επίδραση του ρ. τεύχω «κατασκευάζω»].

Greek Monotonic

τύκος: [ῠ], ὁ (τεύχω),·
I. εργαλείο για την κατεργασία λίθων, οικοδομικό εργαλείο, σφυρί ή σκαπάνη λατόμων, σε Ευρ.
II. πολεμικός πέλεκυς, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

τύκος: (ῠ) ὁ τεύχω
1) каменотесный молот или топор Eur.;
2) боевой топор, секира Her.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τύκος -ου, ὁ beitel:; βάθρα... τύκοις ἡρμοσμένα bouwsels met beitels passend gemaakt Eur. HF 945; strijdbijl:. εἶχον... τύχους μεγάλους zij hadden grote strijdbijlen Hdt. 7.89.3.

Middle Liddell

τύ˘κος, ὁ, τεύχω
I. an instrument for working stones with, a mason's hammer or pick, Eur.
II. a battle-axe, Hdt.

Frisk Etymology German

τύκος: (Poll. 7, 118 u. 125),
{túkos}
Forms: τύχος (hell. Inschr., H.; bei E. HF 945 τύχαις cod. für τύχοις od. τύκοις)
Grammar: m.
Meaning: Gerät zum Bearbeiten der Steine, Schmiedehammer, Steinaxt, auch Streitaxt (Hdt. 7, 89: codd. κ und χ).
Composita : Als Hinterglied in εὔτυκος (-χ-) bereit, fertig (B., A., Theok., Kall. u.a.) mit εὐτυκάζου (cod. -αζον)· εὔτυκ[τ]ον ἔχε, ἕτοιμον H. (danach bei A. Th. 150 [lyr.] wiederherzustellen), -ίζω (EM), -ῶς· ῥᾳδίως καὶ τὰ ὅμοια H.
Derivative: Davon τυκίζω Steine bearbeiten (Ar. Av. 1138, Poll.) mit -ίσματα (τυχ-) n. pl. ‘Steinbauten, -mauern’ (E.), auch ἀποτυχίζω = ἀποπελεκάω (Paus. Gr., H.), ἐκ-, προσ- ~ (att. Inschr. IVa; vgl. P. Maas Glotta 35, 300), -ίον = τύκος (Enst.), -άνη f. Dreschvorrichtung, Dreschflegel, lat. tribula, trahea (Theognost., Eust., Gloss.), -άνιον n. ib. (Pap., Gloss.). Auch τυτάνη· ὄργανόν τι, ᾧ χρῶνται εἰς τὸν ἀλοητὸν τοῦ σίτου H. (nach den Nomina auf -τάνη?) und τρυγάνη· ἡ τὸν σῖτον ἀλοῶσα (Gloss.; nach τρυγάω?).
Etymology : Als urspr. Verbalnomen (vgl. Porzig Satzinhalte 319) gehoert τύκος zu einem slav. Verb für stechen, stoßen in aksl. tъknǫti, russ. tknútь, wozu noch mit anderen Ablaut aruss. kslav. is-tukati aus Metall schneiden, gießen mit istukanъ geschnitten, gemeißelt, russ. istukán Idol, Götterbild; auch aksl. tykati, russ. týkatь stechen, stoßen = lett. tūkât kneten, drücken. Mit letzterem läßt sich auch ein germ Verb gleichsetzen, ahd. dūhen drücken, ags. þȳ(wa)n, þēon drücken, stoßen, stechen. Auch ein isoliertes kelt. Nomen kann hierher gehören, air. toll, kymr. twll ‘hohl. Höhle, Loch’ (aus idg. *tuq-slo-). Weiteres (nach Curtius 219f., Fick 1,446; 2,134 u.a.) bei WP. 2, 615f., Pok. 1032, Vasmer s. tkatь, týkatь und istukán. — Die sehr gewöhnliche aspirierte Form τύχος, -ίζω ist von τεύχω u. Verw. beeinflußt.
Page 2,941-942