Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλαρίς

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: γλᾰρίς Medium diacritics: γλαρίς Low diacritics: γλαρίς Capitals: ΓΛΑΡΙΣ
Transliteration A: glarís Transliteration B: glaris Transliteration C: glaris Beta Code: glari/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A chisel, whether for wood or stone work, S.Fr.529, IG11(2).161 A87 (Delos, iii B. C.), Call.Fr.159 (pl.), Poll.7.118, 10.147.    II = ὄρος, Hsch.

Spanish (DGE)

(γλᾰρίς) -ίδος, ἡ
1 cincel S.Fr.529, Call.Fr.512, IG 11(2).161A.87 (Delos III a.C.), Didyma 41.39 (II a.C.), Poll.10.147.
2 pico, piqueta Hsch.

Greek Monolingual

(-ίδος), η (Α γλαρίς)
νεοελλ.
το κάτω άκρο του γεωτρύπανου
αρχ.
σμίλη, σκαρπέλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος αβέβαιης ετυμολ., με επίθημα -ιδ- που απαντά σε σημασιολογικά συγγενείς λέξεις που δηλώνουν μικρά εργαλεία (πρβλ. γραφίς, γλυφίς, κοπίς). Πιθανώς γλαρίς < γρα-ρις, με ανομοιωτική τροπή του -ρ- σε -λ- < γράω «τρώγω, ροκανίζω, γριτσανίζω»].

Frisk Etymological English

-ίδος
Grammatical information: f.
Meaning: chisel (S., Delos IIIa).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: For the formation cf. the semantically related γραφίς, γλυφίς, κοπίς etc. (Chantr. Form. 338).

Frisk Etymology German

γλαρίς: -ίδος
{glarís}
Grammar: f.
Meaning: Meißel (S., Delos IIIa, Kall. u. a.).
Etymology : Bildung wie die semantisch verwandten γραφίς, γλυφίς, κοπίς usw. (Chantraine Formation 338). Erklärung sonst unsicher; nach H. Lewy KZ 55, 24 aus *γραρίς dissimiliert, zu γράω fressen, nagen .
Page 1,310