Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέραση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η / πέρασις, ΝΑ
περώ
νεοελλ.
1. (για νομίσματα) εγκυρότητα, αξία που επιτρέπει την κυκλοφορία αλλά και τη χρήση και αποδοχή στις διάφορες συναλλαγές («οι παλιές δεκάρες δεν έχουν πια πέραση»)
2. μτφ. (για πρόσ.) αποδοχή και αναγνώριση από τους άλλους ή ικανότητα για προσέλκυση ή και για άσκηση γοητείας (α. «όπου και να πάει έχει μεγάλη πέραση» β. «όταν ήταν πιο νέα είχε περισσότερη πέραση»)
3. φρ. α) «ο λόγος του έχει πέραση» — εισακούεται
β) «αυτά δεν έχουν πέραση εδώ» — δεν επιτυγχάνεις με αυτά εδώ, δεν περνούν αυτά εδώ
αρχ.
1. διάβαση, πέρασμα
2. (στους Πυθαγορείους) ονομασία του αριθμού εννέα
3. φρ. (κατά το λεξ. Σούδα) «πέρασις βίου, ἡ τελευτή».