Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τελευτή

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: τελευτή Medium diacritics: τελευτή Low diacritics: τελευτή Capitals: ΤΕΛΕΥΤΗ
Transliteration A: teleutḗ Transliteration B: teleutē Transliteration C: telefti Beta Code: teleuth/

English (LSJ)

ἡ, (τελέω)

   A completion, accomplishment, τελευτὴν ποιῆσαι [γάμου] accomplish, Od.1.249, 16.126; κραίνειν τελευτὰν γάμου Pi.P.9.66; τ. νόστου ib.1.35; οὐ γάρ μοι δοκέει μύθοιο τ. τῇδέ γ' ὁδῷ κρανέεσθαι Il.9.625.    2 event, issue, δεῖξεν πᾶσαν τ. πράγματος Pi.O.13.75, cf. Thgn.1075; γάμου πικραὶ τ. A.Ag.745 (lyr.); τ. πρευμενεῖς κτίσαι Id.Supp.138 (lyr.); θεσφάτων Id.Pers. 740 (troch.); κακοῦ θυμοῦ τ. . . κακὴ προσγίγνεται S.OC1198.    3 termination, end, οὐδέ τις ἦν ἔριδος λύσις οὐδὲ τ. Hes.Th.637; μή μ' ἀποσβεσθὲν λάθῃ πρὸς τῇ τ. τῆς ὁδοῦ Ar.Lys.294 (lyr.); ἡ τ. τοῦ πολέμου Th.1.13; καλλίστην τελευτὴν ἐπιτιθέντες κινδύνοις Lys.2.47; τελευτὴν ἔχειν Pl.Lg.782a.    4 esp. βιότοιο τ. Il.7.104, 16.787; βίου Hdt.1.30, 31, cf. And.4.24; τ. τοῦ βίου τελεῖν S.Tr.79; ἐπὶ τελευτῇ τοῦ βίου Pl.Grg.516a.    b freq. without βίου, the end of life, death, Pi.O.5.22, Pl.Phd.118, etc.; τ. ὑστάτη S.Tr.1256; τελευτῆς λαχεῖν, τυχεῖν, Th.2.44, X.HG4.4.6; τ. δοῦναι Id.Cyr.8.7.3; periphr., θανάτοιο τ. the end that is death, Hes.Sc.357, cf. τέλος 1.4; τῆς γηραιοῦ τ. προαποθνῄσκειν Antipho 4.1.2.    5 with Preps., in adv. sense, ἐς τελευτήν at the end, at last, h.Hom.7.29, Hes.Op.333, Thgn.201, S.OC1223 (lyr.); ἐπὶ τελευτῆς Pl.Phdr.267d, etc.; ἐν τελευτᾷ Pi.O.7.26, A.Th.936 (lyr.).    II end, extremity of anything, as of limbs, Arist.PA654b24, cf. 685a1, GA720b18, Pl.Ti. 33b, Men.75e.    2 end, close of a sentence, Arist.Rh.1420b2, etc.; of a play, Id.Po.1450b29, cf. Demetr.Eloc.257; of a word, J.AJ 1.6.1.

German (Pape)

[Seite 1087] ἡ, wie τελετή, Vollendung; τελευτὴν ποιῆσαι, vollenden, vollziehen, Odyss. 1, 249. 16, 126; Vollziehung, γάμου, Pind. P. 9, 66; πᾶσαν τελευτὰν πράγματος δεῖξεν, Ol. 13, 75; ἐπέκρανεν δὲ γάμου πικρὰς τελευτάς, Aesch. Ag. 725; vgl. Eur. Med. 1388; das Ende, der Schluß, Hes. Th. 637; μύθοιο, Il. 9, 625; θανάτοιο, das Ziel des Todes, Hes. Sc. 357, wie Eur. Med. 152; und bes. βιότοιο, Lebensende, Tod, Il. 7, 104. 16, 787; Her. 1, 30. 31; auch ohne βίου, der Tod, Pind. Ol. 5, 22; ἐς τελευτήν, am Ende, zuletzt, H. h. 6, 29; Hes. O. 335; εἰς δὲ παῖδ' ἐμὸν Ζεὺς ἐπέσκηψεν τελευτὴν θεσφάτων, die Erfüllung, Aesch. Pers. 726; ποῖ καταστρέφεις λόγων τελευτήν, 774; τελευτὴν τοῦ βίου μέλλει τελεῖν, Soph. Trach. 79; Eur.; u. in Prosa: τελευτὴ καὶ ἀρχὴ πέρας ἑκάστου, Plat. Parm. 137 d, u. öfter in diesem Ggstz; τελευτὴν ἤδη κεφαλήν τε ἐπιθεῖναι τοῖς πρόσθεν, Tim. 69 a; τελευτὴν ἔχειν, ein Ende haben, Legg. VI, 782 a; Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

τελευτή: ἡ, (τελέω) ἐκτέλεσις, τελευτὴν ποιῆσαι, τελέσαι, Ὀδ. Α. 249., Π. 126· κραίνειν τελευτὰν γάμου Πινδ. Π. 9. 18· τ. νόστου αὐτόθι 1. 68. 2) τέλος, ἀντίθετον τῷ ἀρχή, μύθοιο Ἰλ. Ι. 625, κλπ.· οὐδέ τις ἦν ἔριδος λύσις οὐδὲ τ. Ἡσ. Θεογ. 637· πρὸς τῇ τ. τῆς ὁδοῦ Ἀριστοφ. Λυσ. 294· ἡ τ. τοῦ πολέμου Θουκ. 1. 13· τελευτὴν κινδύνοις ἐπιθεῖναι Λυσί. 195 8· τελευτὴν ἔχειν Πλάτ. Νόμ. 782Α. 3) ἰδίως, βιότοιο τ. Ἰλ. Η. 104., Π. 787· βίου Ἡρόδ. 1. 30, 31, κλπ.· τ. βίου ποιεῖσθαι Ἀνδοκ. 32. 22· ἐπὶ τελευτῇ τοῦ βίου Πλάτ. Γοργ. 516Α. β) συχν. καὶ ἄνευ τῆς γεν. βίου, τὸ τέλος τῆς ζωῆς, θάνατος, Πινδ. Ο. 5. 52, Θουκ., Πλάτ., κλπ.· τ. ὑστάτη Σοφ. Τρ. 1256· τελευτὴν τελεῖν αὐτόθι 79· τελευτῆς λαχεῖν, τυχεῖν Θουκ. 2. 44, Ξεν.· τ. δοῦναι ὁ αὐτ. ἐν Κύρ. 8. 7, 3· ὡσαύτως ἐν περιφράσει, θανάτοιο τ., τὸ τέλος ὃ ὁ θάνατος ἐπιφέρει, Λατ. mortis, exitus, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 357, πρβλ. τέλος Ι. 2· τῆς γηραιοῦ τελευτῆς προαποθανεῖν Ἀντιφῶν 125. 25. 4) τὸ τέλος, ἀποτέλεσμα, πᾶσαν τελ. πράγματος δεῖξεν Πινδ. Ο. 13. 104, πρβλ. Θέογν. 1075· γάμου πικραὶ τ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 745· τ. πρευμενεῖς κτίσειεν ὁ αὐτ. ἐν Ἱκ. 138 θεσφάτων ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 740· κακοῦ θυμοῦ τ. κακὴ Σοφ. Ο. Κ. 1198. 5) μετὰ προθέσεων, ἐπὶ ἐπιρρ. σημασίας, ἐς τελευτήν, κατὰ τὸ τέλος, ἐπὶ τέλους, Ὕμν. Ὁμηρ. 6. 29, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 331, Θέογν. 201, Σοφ. Ο. Κ. 1224· ἐπὶ τελευτῆς Πλάτ. Φαῖδρ. 267D, κλπ.· ἐν τελευτῇ Πινδ. Ο. 7. 47, Αἰσχύλ. Θήβ. 937. ΙΙ. τὸ τέλος, ἄκρον παντὸς πράγματος, οἷον ἐπὶ τῶν μελῶν ἢ κώλων τοῦ σώματος, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 9, 6, πρβλ. 4. 9, 7, π. Ζ. Γενέσ. 1. 15, 1· ― ἐπὶ τοπικῆς σημασίας, τελευταὶ Λιβύης = ἐσχατιαὶ Wess. εἰς Ἡρόδ. 2. 23, πρβλ. Πλάτ. Τίμ. 33Β. 2) τὸ τέλος περιόδου ῥητορικῆς, Ἀριστ. Ρητορ. 3. 19, 6, κλπ.· ἐπὶ δράματος, ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 7. 5.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 accomplissement, réalisation : τελευτὴν ποιῆσαι OD accomplir ; τελευτὴ θεσφάτων ESCHL accomplissement d’un oracle;
2 achèvement, fin : μύθου IL d’un discours ; πολέμου THC d’une guerre ; particul. βιότοιο τελευτή IL, τελευτὴ βίου HDT ou simpl. τελευτή fin de la vie, mort ; ἐς τελευτήν, ἐν τελευτῇ ESCHL à la fin, enfin ; αἱ τελευταί extrémités d’un pays;
3 dénouement, résultat.
Étymologie: τελέω.

English (Autenrieth)

end, accomplishment, purpose, Il. 9.625, Od. 1.249.

English (Strong)

from τελευτάω; decease: death.

English (Thayer)

τελευτῆς, ἡ (τελέω), end (see τέλος, 1a. at the beginning); the end of life, decease, death: Pindar and Thucydides down; the Sept. for מות; with βιοτοιο added, Homer, Iliad 7,104; τοῦ βίου, Herodotus 1,30, and often in Attic writings).

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
1. τέλος, έσχατο σημείο, τέρμα, άκρο
2. (με ή χωρίς γεν. του βίου ή της ζωής)
το τέλος του βίου, ο θάνατος, ιδίως ο φυσικός (α. «η τελευτή του βίου του» β. «παρὰ τοῡ ὑπηρετοῡντος μοναχοῡ ἔμαθε τὴν τελευτὴν αὐτοῡ», Μηναί.
γ. «τελευτὴν δοῡναι», Θουκ.)
αρχ.
1. εκτέλεση, τέλεση ενέργειας («κραίνην τελευτὰν γάμου», Ηρόδ.)
2. έκβαση, αποτέλεσμα («πᾱσαν τελευτὰν πράγματος δεῑξεν», Πίνδ.)
3. άκρο μέλους του σώματος («ἐκ μέσου πάντη πρὸς τὰς τελευτὰς ἴσον ἀπέχον», Πλάτ.)
4. (για ρητορική περίοδο, δράμα ή λέξη) κατάληξη
5. φρ. «ἐς τελευτήν» — κατά το τέλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το θ. του τέλος, πιθ. μέσω αμάρτυρου αρχ. ρ. τελεύω (πρβλ. κράτος: κρατευταί)].

Greek Monotonic

τελευτή: ἡ (τελέω
I. 1. τελείωμα, συμπλήρωση, εκπλήρωση, σε Ομήρ. Οδ.
2. τέλος, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.· τῆςὁδοῦ, σε Αριστοφ.· ἡ τελευτὴ τοῦ πολέμου, σε Θουκ.
3. ιδίως, το τέλος της ζωής, βιότοιο τελευτή, σε Ομήρ. Ιλ.· βίου, σε Ηρόδ. κ.λπ.· επίσης, περιφραστ. θανάτοιο τελευτή, το τέλος που ο θάνατος φέρνει, Λατ. mortis exitus, σε Ησίοδ.
4. τέλος, έκβαση, αποτέλεσμα, σε Πίνδ., Αισχύλ.
5. με προθ., χρησιμ. με επιρρ. σημασία, ἐς τελευτήν, στο τέλος, επί τέλους, σε Ησίοδ., Σοφ.· ἐπὶτελευτῆς, σε Πλάτ.· ἐν τελευτῇ, σε Αισχύλ.
II. 1. τέλος, άκρη οποιουδήποτε πράγματος, τελευταὶ Λιβύης, τα άκρα της Λιβύης, σε Ηρόδ.
2. τέλος πρότασης, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

τελευτή: дор. τελευτά (τᾱ) ἡ
1) окончание, завершение, конец (μύθου Hom.; νόστου Pind.): τελευτὴν ποιῆσαι Hom. положить конец, прекратить; τελευτὴν ἔχειν Plat. иметь конец, кончаться; ἐπὶ τελευτῇ τοῦ βίου Plat. на исходе жизни; ἐς τελευτήν HH, Hes., Soph., ἐπὶ τελευτῆς Plat. и ἐν τελευτῇ Pind., Aesch. на исходе, в конце;
2) исполнение, осуществление (θεσφάτων Aesch.);
3) развязка, результат, последствия (πράγματος Pind.; γάμου Aesch.);
4) окраина, край, оконечность: τελευταὶ τῆς Λιβύης Her. окраины Ливии; ἐκ μέσου πρὸς τὰς τελευτάς Plat. от центра к периферии;
5) конец, кончина, смерть Pind., Soph., Thuc., Plat., Xen. etc.

Middle Liddell

τελέω
I. a finishing, completion, accomplishment, Od.
2. a termination, end, Il., attic; τῆς ὁδοῦ Ar.; ἡ τ. τοῦ πολέμου Thuc.
3. esp. an end of life, βιότοιο τ. Il.; βίου Hdt., etc:—also periphr., θανάτοιο τ. the end that death brings, Lat. mortis exitus, Hes.
4. the end, event, issue, Pind., Aesch.
5. with Preps., in adv. sense, ἐς τελευτήν, at the end, at last, Hes., Soph.; ἐπὶ τελευτῆς Plat.; ἐν τελευτῇ Aesch.
II. the end, extremity of any thing, τελευταὶ Λιβύης the extremities of Libya, Hdt.
2. the end of a sentence, Arist.