Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περισταδόν

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: περιστᾰδόν Medium diacritics: περισταδόν Low diacritics: περισταδόν Capitals: ΠΕΡΙΣΤΑΔΟΝ
Transliteration A: peristadón Transliteration B: peristadon Transliteration C: peristadon Beta Code: peristado/n

English (LSJ)

Adv.

   A standing round about, Il.13.551, Hdt.7.225, E. Andr.1136, Theoc.2.68, Call.Hec.1.1.14, etc.    2 from all sides, ἐβάλλοντο π. Th.7.81.

German (Pape)

[Seite 593] adv., herumstehend; Il. 13, 551; Eur. Andr. 1137; Her. 2, 225; Thuc. 7, 81 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

περιστᾰδόν: ἐπίρρ., Τρῶες· δὲ περισταδόν... οὔταζον, «περιιστάμενοι» (Σχόλ.), Ἰλ. Ν. 551, Ἡρόδ. 2. 225, Εὐρ. Ἀνδρ. 1136, Θουκ. 7. 81, κτλ.· ― περιστάδην, Θεόδ. Πρόδρ.

French (Bailly abrégé)

adv.
en se tenant tout autour.
Étymologie: περιΐστημι, -δον.

English (Autenrieth)

standing around, drawing near from every side, Il. 13.551†.

Greek Monolingual

Α
επίρρ.
1. καθώς στέκεται κανείς κυκλικά, γύρω από κάτι, καθώς στέκεται ή έρχεται ολόγυρα («οἱ δὲ περιελθόντες πάντοθεν περισταδόν», Ηρόδ.)
2. από όλες τις πλευρές, από παντού («ἐβάλλοντο περισταδόν», Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. περι-στα- του περι-ίστημι (πρβλ. στά-δην) + επιρρμ. κατάλ. -δόν (πρβλ. παρα-στα-δόν)].

Greek Monotonic

περιστᾰδόν: (περιστῆναι), επίρρ., σταθερά ολόγυρα από, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.

Russian (Dvoretsky)

περιστᾰδόν: adv. стоя вокруг, обступая со всех сторон Her., Eur.: Τρῶες π. οὔταζον σάκος Hom. троянцы со всех сторон поражали щит (Несторида); βάλλεσθαι π. Thuc. находиться под круговым обстрелом.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

περισταδόν [περιίσταμαι] adv., rondom staand, van alle kanten:. ἐβάλλοντο περισταδόν zij werden van alle kanten beschoten Thuc. 7.81.4.

Middle Liddell

περιστῆναι
standing round about, Il., Hdt., attic