Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σεληνίτης

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: σεληνίτης Medium diacritics: σεληνίτης Low diacritics: σεληνίτης Capitals: ΣΕΛΗΝΙΤΗΣ
Transliteration A: selēnítēs Transliteration B: selēnitēs Transliteration C: selinitis Beta Code: selhni/ths

English (LSJ)

[ῑ] λίθος, ὁ,

   A moon-stone, selenite, i.e. foliated sulphate of lime, so called because it was supposed to wax and wane with the moon, Dsc.5.141, Procl.Sacr.p.149 B.    2 οἱ Σεληνῖται the men in the moon, Luc.VH1.18: fem. -ίτιδες, γυναῖκες Herodor.21 J.    b a people of Arcadia, Dionys. Chalcidensis ap. Sch.A.R.4.264.

German (Pape)

[Seite 870] ὁ, fem. σεληνῖτις, aus dem Monde, vom Monde, mondähnlich; λίθος, Gypsselenit, Marienglas, Diosc., sonst ἀφροσέληνος, Mondschaum.

Greek (Liddell-Scott)

σεληνίτης: λίθος, [ῑ], ὁ, ὁ ἀπὸ τῆς σελήνης λίθος, δηλ. θειικὴ ἄσβεστος φυλλώδης κληθεῖσα οὕτως ἐπειδὴ ἐπιστεύετο ὅτι ηὐξάνετο καὶ ἐμειοῦτο συμφώνως πρὸς τὰς φάσεις τῆς σελήνης, Διοσκ. 5. 159, Ψελλ. παρὰ τῷ Ideler Phys. 1. 246. Ἐνίοτε ἐχρησίμευεν ὡς ὕαλος παραθύρων (ὅθεν καὶ ἐκαλεῖτο φεγγίτηςὡσαύτως λέγεται καὶ ἀφροσέληνος, τῆς σελήνης ἀφρός. 2) οἱ Σεληνῖται, οἱ τῆς σελήνης κάτοικοι, Λουκ. π. Ἀληθ. Ἱστ. 1. 18. 3) λαός τις Ἀρκαδικός, Σχόλ. εἰς Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 264.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
habitant de la lune.
Étymologie: σελήνη.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ, θηλ. σεληνῑτις, Α
νεοελλ.
(ορυκτ.) ένυδρο θειικό ορυκτό του ασβεστίου, το οποίο αποτελεί πολύ καθαρή ποικιλία γύψου
αρχ.
1. ως κύριο όν. ὁ Σεληνίτης και ἡ Σελινῑτις
α) ο Σεληναίος, φανταστικός κάτοικος της σελήνης («... οἱ Ήλιῶται καὶ οἱ σύμμαχοι πρὸς τοὺς Σεληνίτας», Λουκιαν.)
β) στον πληθ. οἱ Σεληνῑται
λαός της Αρκαδίας
2) φρ. «σεληνίτης λίθος» — η θειική άσβεστος, που ονομάστηκε έτσι επειδή πιστευόταν ότι η μάζα της ελαττώνεται ή μεγεθύνεται ανάλογα με τις φάσεις της Σελήνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη + επίθημα -ίτης (πρβλ. ποταμ-ίτης)].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σεληνίτης -ου [σελήνη] adj. maan-; subst. maanbewoner.

Russian (Dvoretsky)

σεληνίτης: ου (ῑ) ὁ селенит, житель луны Luc.