Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σχεδιασμός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: σχεδιασμός Medium diacritics: σχεδιασμός Low diacritics: σχεδιασμός Capitals: ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Transliteration A: schediasmós Transliteration B: schediasmos Transliteration C: schediasmos Beta Code: sxediasmo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A doing, speaking, or writing off-hand, Pl.Sis.390c, Agatharch.4, Str.12.3.22, Eust.146.19.

German (Pape)

[Seite 1054] ὁ, das Reden, Thun, Schreiben aus dem Stegreif, ohne lange Ueberlegung, Plat. Sisyph. 390 c; Strab. 12, 3, 22, Unüberlegtheit.

Greek (Liddell-Scott)

σχεδιασμός: ὁ, τὸ ἐνεργεῖν, ὁμιλεῖν ἢ πράττειν ἐκ τοῦ προχείρου, ἄνευ προμελέτης, Πλάτ. Σίσυφ. 390C, Ἀγαθαρχ. σελ. 3 Huds., Εὐστ. 146. 29.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ σχεδιάζω
νεοελλ.
1. σχεδίασμα και, ιδίως, αρχικό, πρόχειρο σχέδιο που υποβάλλεται αργότερα σε μεταβολές ή διορθώσεις, προσχέδιο
2. κατάρτιση σχεδίων, κατάρτιση προγραμμάτων σε έναν τομέα δραστηριότητας («επιχειρησιακός σχεδιασμός)
3. φρ. «οικονομικός σχεδιασμός»
(οικον.) δραστηριότητα στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης από το κράτος με τον καταρτισμό αντίστοιχων προγραμμάτων στα οποία προβλέπονται ορισμένοι βασικοί στόχοι για την επίτευξη τών οποίων οι καίριες οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται ή επηρεάζονται αποφασιστικά από την κεντρική εξουσία αντί να αφήνονται στο ελεύθερο παιχνίδι τών δυνάμεων της αγοράς
αρχ.
ενέργεια ή ομιλία χωρίς προηγούμενη μελέτη.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σχεδιασμός -οῦ, ὁ [σχεδιάζω] improvisatie.

Russian (Dvoretsky)

σχεδιασμός: ὁ необдуманная речь, пустая болтовня (εἰκασία καὶ σ. Plat.).