Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύγκρασις

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: σύγκρᾱσις Medium diacritics: σύγκρασις Low diacritics: σύγκρασις Capitals: ΣΥΓΚΡΑΣΙΣ
Transliteration A: sýnkrasis Transliteration B: synkrasis Transliteration C: sygkrasis Beta Code: su/gkrasis

English (LSJ)

εως, Ion. σύγ-κρησις, ἡ,

   A mixing together, commixture, blending, tempering, Hp.VM24, E.Fr.21.4, Pl. Phlb.64d, etc.; ἡ σ. τῶν χρωμάτων Id.Plt. 277c; τῶν στοιχείων (heat and cold) Asclep. ap. Placit.5.21.2; ἥ τε ἐς τοὺς ὀλίγους καὶ τοὺς πολλοὺς ξ. blending of oligarchy with democracy, Th.8.97; ἡ . . ὑγρότης μὴ φέρουσα τὴν πρὸς τὸ φῶς σ. Plu.Arat.10; of friendship, Id.Ant.31, BCH49.483 (Delph.); of bodily constitution or temperament, Ptol.Tetr.8,10.    b Astrol., combination of influence of heavenly bodies, Herm. ap. Stob.1.49.3, Ptol. Tetr.83, 121, Man.2.400.    c ἡ σ. τοῦ ἔτους the temperature or climate, Dsc.1 Praef.7.    II mixture, compound, οὐ θνητὸς οὐδ' ἀθάνατος, ἀλλ' ἔχων τινὰ σ. but compounded so to say of both, Alex.240.2; τὸν καιρὸν . . τῆς σ., i.e. the moment when the dish is neither too hot nor too cold, Id.173.10; τὴν τοῦ βίου σ. Men.685.

German (Pape)

[Seite 969] εως, ἡ, Vermischung; ἔς τινας, Thuc. 8, 97; Plat. Phil. 61 c; χρωμάτων, Polit. 277 c, u. öfter; Plut. Rom. 14.

Greek (Liddell-Scott)

σύγκρᾱσις: -εως, ἡ, τὸ συγκεραννύναι, σύμμιξις, Ἱππ. περὶ Ἀρχ. Ἰητρ. 18, Εὐρ. Ἀποσπ. 21. 4, Ἄλεξις ἐν «Παννυχίδι» 2. 10, Πλάτ., κλπ.· ἡ σ. τῶν χρωμάτων ὁ αὐτ. ἐν Πολιτ. 277C· ἥ τε ἐς τοὺς ὀλίγους καὶ τοὺς πολλοὺς ξ., κρᾶμα ὀλιγαρχίας καὶ δημοκρατίας, Θουκ. 8. 97· ἡ... ὑγρότης μὴ φέρουσα τὴν πρός τὸ φῶς σ. Πλουτ. Ἄρατ. 10· ― ἐπὶ φιλίας, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντων. 31· πρβλ. συγκεράννυμι. ΙΙ. κρᾶμα, μῖγμα, οὐ θνητὸς οὐδ’ ἀθάνατος, ἀλλ’ ἔχων τινὰ σύγκρασιν, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν σύνθετος ἐξ ἀμφοτέρων, Ἄλεξις ἐν «Ὕπνῳ» 1· τὸν καιρόν... τῆς συγκράσεως, δηλ. κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἔδεσμα οὔτε πολὺ θερμὸν εἶναι οὔτε πολὺ ψυχρόν, ὁ αὐτ. ἐν «Παννυχίδι» 2. 10· τὴν τοῦ βίου σ. Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 468.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
mélange, réunion.
Étymologie: συγκεράννυμι.

Greek Monotonic

σύγκρᾱσις: -εως, ἡ, ανάμειξη, ανακάτεμα, σύμμειγμα, συγχώνευση, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σύγκρᾱσις: εως ἡ смешение, смесь (τῶν χρωμάτων Plat.): ἡ ἑς τοὺς ὀλίγους καὶ τοὺς πολλοὺς ξ. Thuc. средняя форма между властью немногих и господством масс; σ. καὶ κοινωνία Plut. тесное общение.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύγκρᾱσις, Att. ook ξύγκρᾱσις, Ion. σύγκρησις -εως, ἡ [συγκεράννυμι] vermenging:. ἥ τε ἐς τοὺς ὀλίγους καὶ τοὺς πολλοὺς ξ. de vermenging van oligarchische en democratische elementen Thuc. 8.97.2.

Middle Liddell

σύγ-κρᾱσις, εως,
a mixing together, commixture, blending, tempering, Thuc., Plat., etc.