Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύνευνος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: σύνευνος Medium diacritics: σύνευνος Low diacritics: σύνευνος Capitals: ΣΥΝΕΥΝΟΣ
Transliteration A: sýneunos Transliteration B: syneunos Transliteration C: synevnos Beta Code: su/neunos

English (LSJ)

ὁ, ἡ, (εὐνή)

   A bed-fellow, consort, mostly of the wife, Pi.O. 1.88, A.Ag.1116 (lyr.), 1442, S.Aj.1301, E.Med.1001 (lyr.), BGU 1080.23 (iii A.D.), etc.; but of the husband, A.Pr.866, Ar.Ec.953 (lyr.), AP7.599 (Jul.), 600 (Id.): fem. συνεύνα ib.5.194 (dub. l., Mel.), IG12(3).238 (Astypalaea).

German (Pape)

[Seite 1021] in einem Bette zusammen, dah Bettgenosse, Gatte, Gattinn; παρθένον σύνευνον Pind. Ol. 1, 88; Aesch. Prom. 868 Ag. 1417; Soph. Ai. 1280 Ant. 647; Ar. Eccl. 953; Eur. ἄλλῃ ξυνοικεῖ συνεύνῳ, Med. 1001; Anacr. 10, 13 u. a. sp. D.; ein fem. συνεύνη steht Mel. 89 (V, 195), bezweifelt von Jac. A. P. 96.

Greek (Liddell-Scott)

σύνευνος: ὁ, ἡ, (εὐνὴ) ὁ συγκοιμώμενος, σύντροφος τῆς εὐνῆς, σύζυγος, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς γυναικός, Πινδ. Ο. 1. 143, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1116, 1442, Σοφ. Αἴ. 1301, Εὐρ. Μήδ. 1001, κτλ.· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀνδρός, Αἰσχύλ. Πρ. 866, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 953, Ἀνθ. Π. 7. 699, 700 ― τὸ θηλ. συνεύνα αὐτόθι 5. 195· βεβαιοῦται ἐξ ἐπιγραφῆς ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 2498.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui partage la couche (épouse) ou la couche d’un autre (concubine).
Étymologie: σύν, εὐνή.

English (Slater)

σύνευνος, -ον
   1 sleeping by one's side ἕλεν δ' Οἰνομάου βίαν παρθένον τε σύνευνον pr. to be his bride (O. 1.88)

Greek Monolingual

ὁ, ἡ, ΜΑ
σύζυγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -ευνος (< εὐνή «κρεβάτι»), πρβλ. πάρ-ευνος].

Greek Monotonic

σύνευνος: ὁ, ἡ (εὐνή), σύντροφος στο κρεβάτι, ερωτικός σύντροφος, σύζυγος, σε Πίνδ., Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

σύνευνος: ὁ и ἡ супруг(а) Pind., Aesch., Eur., Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύνευνος -ου, ὁ, ἡ [σύν, εὐνή] bedgenoot.

Middle Liddell

σύν-ευνος, ὁ, ἡ, εὐνή
a consort, Pind., Trag.