Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεσσαρακονταετής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: τεσσᾰρᾰκοντᾰετής Medium diacritics: τεσσαρακονταετής Low diacritics: τεσσαρακονταετής Capitals: ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑΕΤΗΣ
Transliteration A: tessarakontaetḗs Transliteration B: tessarakontaetēs Transliteration C: tessarakontaetis Beta Code: tessarakontaeth/s

English (LSJ)

ές,

   A forty years old, Hes.Op. 441; τ. χρόνος Act.Ap.7.23, 13.18; ἡλικία Sor.1.34:—Att. fem. τεττᾰρᾰκοντᾰέτις, ιδος, Pl.R.460e: masc.also τεσσᾰρᾰκοντούτης, Gal. 15.504, M.Ant.11.1, (τεττ-) Luc.Herm.13.

Greek (Liddell-Scott)

τεσσᾰρακοντᾰετής: -ες, (καὶ τεσσαρακονταέτης, ες), ἔχων ἡλικίαν τεσσαράκοντα ἐτῶν, Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 439. ― Ἀττ. θηλ. τετταρακονταέτις, ιδος, Πλάτ. Πολ. 460Ε. 2) τ. χρόνος, περίοδος τεσσαράκοντα ἐτῶν, Κύριλλ. Ἀλ.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
de quarante ans.
Étymologie: τεσσαράκοντα, ἔτος.

English (Strong)

from τεσσαράκοντα and ἔτος; of forty years of age: (+ full, of) forty years (old).

English (Thayer)

(τεσσαρακοντατεσσαρες) τεσσαρακοντατεσσαρων, forty-four: bez elz.]

Greek Monolingual

-ές και ως ουσ. τεσσαρακονταέτης και τεσσαραρακοντούτης, ο, ΝΜΑ, και τ. θηλ. τεσσαρακοντούτις Ν, και αττ. τ. αρσ. τετταρακοντούτης και τ. θηλ. τεσσαρακονταέτις, και τεσσαρακοντοῡτις, -ούτιδος, ΜΑ
1. αυτός που έχει ηλικία σαράντα χρόνων, σαραντάρης
2. αυτός που έχει διάρκεια σαράντα ετών («τεσσαρακονταετής συνθήκη ειρήνης»)
μσν.
το θηλ. ἡ τεσσαρακοντοῡτις
εκκλ. νηστεία σαράντα ημερών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τεσσαράκοντα + -ετης /ετής (< ἔτος), πρβλ. πεντηκοντα-ετής. Ο τ. τεσσαρακοντούτης < τεσσαρακονταετής, με συναίρεση και αναβιβασμό του τόνου (πρβλ. τριακοντ-ούτης, πεντηκοντ-ούτης)].

Greek Monotonic

τεσσᾰρακοντᾰετής: -ές (ἔτος), αυτός που έχει ηλικία σαράντα ετών, σε Ησίοδ.· Αττ. θηλ. τετταρακονταετίς, -ίδος, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

τεσσᾰρᾰκοντᾰετής: сорокалетний Hes., NT.

Middle Liddell

τεσσᾰρακοντᾰ-ετής, ές ἔτος
forty years old, Hes.:— attic fem. τετταρακονταετίς, ίδος, Plat.

Chinese

原文音譯:tessarakontaet»j 特沙拉寬他-誒帖士
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:四十-年
字義溯源:四十年,四十歲;由(τεσσαράκοντα / τεσσεράκοντα)=四十)與(ἔτος)*=年)組成,而 (τεσσαράκοντα / τεσσεράκοντα)出自(τέσσαρες)*=四)
出現次數:總共(2);徒(2)
譯字彙編
1) 四十年(1) 徒13:18;
2) 四十歲(1) 徒7:23