Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιλότης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ψῑλότης Medium diacritics: ψιλότης Low diacritics: ψιλότης Capitals: ΨΙΛΟΤΗΣ
Transliteration A: psilótēs Transliteration B: psilotēs Transliteration C: psilotis Beta Code: yilo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A bareness, τῆς γῆς Hp.Aër. 19, cf. Plu.Fab.11.    2 baldness, Id.Galb.27: pl., Artem.1.21.    3 smoothness, of a woman's body, Plu.2.651a; opp. τραχύτης, ib. 979a; opp. δασύτης, Arist.HA499a11.    II tenuity (cf. ψιλός VI. 2), opp. δασύτης, Id.Po.1456b32, D.H.Comp.14.    2 the spiritus lenis, Plb.10.47.10 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1400] ητος, ἡ, 1) Nacktheit, Kahlheit, Plut. Fab. 11 Galb. 27 u. sonst. – 2) bei den Gramm. der spiritus lenis, auch Pol. 10, 47, 10.

Greek (Liddell-Scott)

ψῑλότης: -ητος, ἡ, γυμνότης, ἐπὶ πεδιάδος, Ἱππ. π. Ἀέρ. 292, Πλουτ. Φάβ. 11. 2) φαλακρότης, ὁ αὐσ. ἐν Γάλβ. 27· ― λειότης, ἐπὶ τοῦ γυναικείου σώματος, ὁ αὐτ. 2.651Α· ἀντίθετον τῷ τραχύτης, αὐτόθι 979Α· τῷ δασύτης, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 1, 23. ΙΙ.ἡ ἔλλειψις δασέος πνεύματος (πρβλ. ψιλὸς VI. 2), ἀντίθετον τῷ δασύτης, Ἀριστ. Ποιητ. 20. 4. 2) ἡ ψιλή, τὸ ψιλὸν πνεῦμα, spiritus lenis, Πολύβ. 10, 47, 10.

French (Bailly abrégé)

ότητος (ἡ) :
1 manque de cheveux, calvitie ; manque de barbe;
2 nudité d’une plaine ou d’un champ sans arbres;
3 peau lisse ; en gén. surface lisse.
Étymologie: ψιλός.

Greek Monolingual

-ητος, ἡ, Α ψιλός
1. η ιδιότητα του φαλακρού
2. (για γυναικείο σώμα) η ιδιότητα του λείου
3. γραμμ. έλλειψη δασέος πνεύματος, απουσία δασύτητας.

Greek Monotonic

ψῑλότης: -ητος, ἡ,
1. γύμνια, λέγεται για πεδιάδα, σε Πλούτ.
2. φαλακρότητα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ψῑλότης: ητος ἡ
1) отсутствие растительности, обнаженность (sc. τοῦ πεδίου Plut.);
2) гладкость (τοῦ σώματος Arst.);
3) плешивость (sc. τῆς κεφαλῆς Plut.);
4) грам. слабая придыхательность (sc. τῆς φωνῆς Arst.): δασύτητας καὶ ψιλότητας συσσῴζειν Polyb. соблюдать густые и слабые придыхания.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψιλότης -ητος, ἡ [ψιλός] kaalheid, van land; ook van pers. gramm., van klanken het ontbreken van aspiratie.

Middle Liddell

ψῑλότης, ητος, ἡ, [from ψῑλός]
1. nakedness, of a plain, Plut.
2. baldness, Plut.