Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμάρτυρος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμάρτῠρος Medium diacritics: ἀμάρτυρος Low diacritics: αμάρτυρος Capitals: ΑΜΑΡΤΥΡΟΣ
Transliteration A: amártyros Transliteration B: amartyros Transliteration C: amartyros Beta Code: a)ma/rturos

English (LSJ)

ον, A without witness, unattested, Th.2.41, D.20.149, PFlor.59.13 (iii A. D.); ἀμαρτύρων εὔντων Herod.2.85; ἀ. οὐδὲν ἀείδω Call.Fr.442; unsupported by evidence, δίκη Procop.Arc.16, etc. Adv. -ρως Antipho Soph.93b, D.30.21, cf. Sch.Il.Oxy.21.203.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 117] nicht durch Zeugen bestätigt, von Proceßsachen, ἀμ. πρᾶγμα ἔχειν Aesch. 1, 92; πρᾶξις ἀμάρτυρος γέγονε Dem. 34, 38; δύναμις, unbezeugt, Thuc. 2, 41; N. T. – Adv. ἀμαρτύρως ποιεῖν, ohne Zeugen thun, Dem. 30, 21.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμάρτῠρος: -ον, ὁ ἄνευ μαρτύρων, ὁ μὴ μεμαρτυρημένος, μὴ ἀποδεδειγμένος, Θουκ. 2. 41, Δημ. 502. 20, κτλ. ― Ἐπίρρ. -ρως, Δημ. 869. 22.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
sans témoin ; non attesté.
Étymologie: ἀ, μάρτυς.

Spanish (DGE)

(ἀμάρτῠρος) -ον
I 1no atestiguado, no probado, que no tiene pruebas ξυμβόλαι' E.Fr.13.4P., de una narración fantástica, Heraclid.Pont.69.20, Ἰνδῶν ... ἢ Λιβύων διηγήσεις Plu.2.975d, τοῦτο Luc.Tox.60, ἀμάρτυρον δὲ εἰ διὰ τούτου τοῦ τόπου κατῆλθον Sch.S.OC 1593
carente de tradición literaria ἀμάρτυρον οὐδὲν ἀείδω Call.Fr.612.
2 que no tiene testigos, que nadie ve δύναμις Th.2.41, ἀμαρτύρων εὔντων Herod.2.85, εὐδαιμονία Luc.Ep.Sat.33, ἡ κτῆσις Luc.Ep.Sat.29, τὸ μέγεθος τῶν προειρημένων χρημάτων I.AI 14.111, ὁδίτης Nonn.Par.Eu.Io.3.2, Λιβύη ἀ. la parte desconocida de Libia Philostr.VA 6.1
jur. sin testigos πρᾶξις D.30.38, πρᾶγμα Aeschin.1.92, subtítulo del discurso «Contra Eutino», Isoc.1 tít., Philostr.VS 505, ἵνα μὴ ἀ. ᾖ PFlor.59.13 (III a.C.).
II 1que no da testimonio οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκε ἀγαθουργῶν de Cristo no dejó de dar testimonio de sí mismo, derramando bienes, Act.Ap.14.17, ὁ κύριος ἵνα μὴ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ποιήσῃ τῆς θείας χάριτος Mac.Aeg.M.34.596A, cf. Meth.Res.1.42.
2 que no necesita testimonio πίστις Ph.1.168.
III adv. -ως
1 sin pruebas D.30.21.
2 sin ser un mártir τούτους ἐξάγειν ἑαυτοὺς ἀ. λέγομεν Clem.Al.Strom.4.4.17.

English (Strong)

from Α (as a negative particle) and a form of μάρτυς; unattested: without witness.

English (Thayer)

(μάρτυς), without witness or testimony, unattested: Thucydides, Demosthenes, Joseph, Plutarch, Lucian, Herodian)

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀμάρτυρος, -ον) μάρτυς
αυτός που δεν αποδεικνύεται με μαρτυρίες, ο δίχως μάρτυρες ή μαρτυρίες
νεοελλ.
λέγεται για λέξεις ή τύπους που δεν απαντούν σε αρχαίο κείμενο, αλλά υπάρχουν υποθετικά.

Greek Monotonic

ἀμάρτῠρος: -ον (μάρτυς), αυτός που δεν έχει μάρτυρες, ο μη μεμαρτυρημένος, σε Θουκ. κ.λπ.· επίρρ. -ρως, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμάρτῠρος: не подтвержденный свидетельскими показаниями, недоказанный (πρᾶγμα Aeschin.; πρᾶξις Dem.): οὐκ ἀ. δύναμις Thuc. достаточно доказанное (вполне очевидное) могущество.

Middle Liddell

μάρτυς
without witness, unattested, Thuc., etc.:—adv. -ρως, Dem.

Chinese

原文音譯:¢m£rturoj 阿-馬而替羅士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:不-印證的
字義溯源:未經證實的,沒有證據的;由(α / ἄλφα)= (ἄνευ)*=不)與(μάρτυς / πρωτόμαρτυς)*=見證)組成
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 沒有⋯證據(1) 徒14:17

English (Woodhouse)

ἀμάρτυρος = unattested, without witness

⇢ Look up "ἀμάρτυρος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)