Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀποφυγή

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ἀποφῠγή Medium diacritics: ἀποφυγή Low diacritics: αποφυγή Capitals: ΑΠΟΦΥΓΗ
Transliteration A: apophygḗ Transliteration B: apophygē Transliteration C: apofygi Beta Code: a)pofugh/

English (LSJ)

ἡ,

   A like ἀπόφευξις, escape or place of refuge, βραχείας τὰς ἀποφυγὰς παρέχειν Th.8.106; ἀ. κακῶν, λυπῶν, escape from ills, griefs, Pl.Phd.107d, Phlb.44c(pl.).    2 excuse, plea, Aristid.2.85J.; shift, subterfuge, PStrassb.40.44(vi A. D.).

German (Pape)

[Seite 335] ἡ, das Entfliehen, die Befreiung, κακῶν Plat. Phaed. 107 c; auch im plur., λυπῶν Phil. 44 c u. Sp. – Zuflucht, ἀποφυγὰς παρέχειν Thuc. 8, 106.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποφῠγή: ἡ, (ἀποφεύγω) ὡς τὸ ἀπόφευξις, φυγὴ ἢ καταφύγιον, μέρος ἔνθα καταφεύγει τις πρὸς ἀσφάλειαν, ἀποφυγάς παρέχειν Θουκ. 8.106, διαφυγή, ἀποφυγὴ κακῶν λυπῶν Πλάτ. Φαίδων 107C, Φίλων 44C. 2) δικαιολογία, πρόφασις, Ἀριστείδ. 2. 85. ΙΙ. ἐν τῇ ἀρχιτεκτονικῇ, ἡ καμπὴ ἥτις περιτρέχει ὡς δακτύλιος τὸ κατώτατον μέρος κίονος, ἀκριβῶς ἔνθα προσαρμόζεται εἰς τὸν στυλοβάτην, παρὰ Βιτρουβίῳ (4.1, 7) ἀποφυγίς.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 action d’échapper;
2 port de refuge.
Étymologie: ἀποφεύγω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
1 c. idea de lugar escapatoria, refugioἙλλήσποντος ... ἀποφυγὰς τοῖς ἐναντίοις παρεῖχε Th.8.106
medic. de los humores ἐς τὰ ἄρθρα ἀποφυγὴν ποιεῖται se refugian en las articulaciones Hp.Loc.Hom.10.
2 c. idea separativa acción de escapar, huida c. gen. κακῶν Pl.Phd.107d, Ep.337d, λυπῶν Pl.Phlb.44c, τιμωρίας X.Eph.1.16.5, ἀλγεινῶν Aristid.Quint.133.10, abs. ἀποφυγὴν οὐδεμίαν μηχανᾶται Pl.Lg.731d, cf. X.Eph.5.7.4
fig. subterfugio, pretexto δίχα κλοπῆς καὶ ἀποφυγῆς PStras.40.44 (VI d.C.), cf. Aristid.Quint.133.2
gram. evitación de una forma por otra, Sch.Er.Il.3.35b, 12.26.

Greek Monolingual

η (AM ἀποφυγή) αποφεύγω
το να αποφεύγει κάποιος κάτι
αρχ.
1. μέρος όπου καταφεύγει κανείς για ασφάλεια
2. δικαιολογία, πρόφαση, υπεκφυγή.

Greek Monotonic

ἀποφῠγή: ἡ, διαφυγή ή τόπος καταφυγής, καταφύγιο· ἀποφυγὰς παρέχειν, σε Θουκ.· ἀποφυγὴ κακῶν, διαφυγή από τις συμφορές, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποφῠγή: ἡ тж. pl.
1) избежание, избавление, спасение (κακῶν Plat.);
2) избавление, убежище (ἀποφυγὰς παρέχειν Thuc.).

Middle Liddell


an escape or place of refuge, ἀποφυγὰς παρέχειν Thuc.; ἀπ. κακῶν escape from ills, Plat.

English (Woodhouse)

ἀποφυγή = place of refuge

⇢ Look up "ἀποφυγή" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)