Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐναλλάξ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἐναλλάξ Medium diacritics: ἐναλλάξ Low diacritics: εναλλάξ Capitals: ΕΝΑΛΛΑΞ
Transliteration A: enalláx Transliteration B: enallax Transliteration C: enallaks Beta Code: e)nalla/c

English (LSJ)

Adv.

   A crosswise, οὐδ' ἴσχειν τὼ πόδ' ἐ. Ar.Nu.983, cf. Hp.Mul.2.144,IG22.463.80.    2 Math., alternando, Arist.EN1131b6, APo.74a18,99a8; permutando, Euc.5Def.12.    3 alternately, Pi.N.10.55, Pl.Criti.113d, 119d; [γέρανοι] καθεύδουσιν ἐπὶ ἑνὸς ποδὸς ἐ. Arist.HA614b25; ἐ. ἐναντίως alternately contrariwise, Id.IA712a13; of the teeth of carnivorous animals, ἐ. ἐμπίπτουσιν Id.PA 661b21; πρήσσειν ἐ. to have alternations of fortune, Hdt.3.40: c.dat., ἤν τε μὴ ἐ. αἱ εὐτυχίαι τοι τῇσι πάθῃσι προσπίπτωσι alternately with misfortunes, ibid.; ἐ. ἀλλήλοις Aen. Tact.26.1: c.gen., D.S.5.7.    4 in inverted order, upside down, Lib.Descr.13.8.

German (Pape)

[Seite 826] wechselsweis, abwechselnd; ἀμειβόμενος Pind. N. 10, 55; Her. 3, 40; ἴσχειν τὼ πόδ' ἐν., kreuzweis, Ar. Nubb. 983; οἷ δὴ δι' ἐνιαυτοῦ πέμπτου, τοτὲ δὲ ἐν. ἕκτου ξυνελέγοντο Plat. Criti. 119 d; τινός, D. Sic. 5, 7; ἀλλήλοις, Aen. Tact. 26; αἱ ἐν. γωνίαι, Wechselwinkel, Euclid.

Greek (Liddell-Scott)

ἐναλλάξ: ἐπίρρ., (ἐναλλάσσω) οὐδ’ ἴσχειν τὸν πόδ’ ἐν., οὐδ’ ἔχειν τὸν ἕνα πόδα ἐπὶ τοῦ ἄλλου, Ἀριστοφ. Νεφ. 983˙ ἐπὶ τῶν ὀδόντων τῶν σαρκοφάγων ζῴων, ἐναλλὰξ ἐμπίπτουσιν Ἀριστ. π. Ζ. Μ. 3. 1, 5, πρβλ. ἐπαλλάσσω ΙΙ˙ παρὰ τοῖς Μαθ., κατ’ ἐναλλαγήν, ἔσται ἄρα ὡς ὁ α ὅρος πρὸς τὸν β, οὕτως ὁ γ πρὸς τὸν δ, καὶ ἐναλλὰξ ἄρα, ὡς α πρὸς τὸν γ, ὁ β πρὸς τὸν δ Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 5. 6, 11, πρβλ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 5, 3., 2. 17, 2. 2) ἐναλλάξ, ἀμοιβαδόν, Λατ. vicissim, Πίνδ. Ν. 10. 103, Πλάτ. Κριτί. 113D, 119D· γέρανοι καθεύδουσιν ἐπὶ ἑνὸς ποδὸς ἐναλλὰξ Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 10, 2, κ. ἀλλ. ˙ ἐναλλὰξ πρήσσων, δηλ. ὁτὲ μὲν εὐπραγῶν, ὁτὲ δὲ δυσπραγῶν, Ἡρόδ. 3. 40˙ μ. δοτ., ἢν δὲ μὴ ἐναλλὰξ αἱ εὐτυχίαι τοι αὐτῇσι πάθῃσι προσπίπτωσι αὐτόθι˙ ὡσαύτως μετὰ γεν., Διόδ. 5. 7.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 à l’inverse, inversement;
2 en alternant ; alternativement, tour à tour : ἐναλλὰξ πρήσσειν HDT avoir des vicissitudes de fortune ; ἐναλλὰξ τὼ πόδε ἴσχειν croiser les jambes.
Étymologie: ἐναλλάσσω.

English (Slater)

ἐναλλάξ
   1 alternately μεταμειβόμενοι δ' ἐναλλὰξ ἁμέραν τὰν μὲν παρὰ πατρὶ φίλῳ Δὶ νέμονται, τὰν δ ὑπὸ κεύθεσι γαίας (sc. Διόσκουροι) (N. 10.55)

Spanish (DGE)

adv.
I 1alternativamente, alternando gener. ref. series de dos o realidades dobles:
a) c. valor temporal μεταμειβόμενοι δ' ἐ. ἁμέραν τὰν μὲν παρὰ πατρὶ φίλῳ Δὶ νέμονται, τὰν δ' ὑπὸ κεύθεσι γαίας cambiándose alternativamente pasan un día junto a su padre Zeus y otro en las entrañas de la tierra Cástor y Pólux, Pi.N.10.55, ἤν τε μὴ ἐ. ... αἱ εὐτυχίαι τοι τῇσι πάθῃσι προσπίπτωσι y si los éxitos no se topan alternativamente con infortunios Hdt.3.40, θαλάττης γῆς τε ἐ. ... ποιῶν τροχούς (Ποσειδῶν) Pl.Criti.113d, cf. 119d, καθεύδουσιν ἐπὶ ἑνὸς ποδὸς ἐ. duermen sobre una pata alternativamente las grullas, Arist.HA 614b25, καρποῦσθαι δὲ τὸ μὲν ἕτερον ἔτος τὴμ πόλιν, τὸ δὲἕτερον ἔτος Σωκλέα ἐ. SEG 37.77.13 (Atenas IV a.C.), ἐ. παρ' ἔτος Ath.Agora.19.L4a.87 (IV a.C.), ἐ. παρεπιχέων μύρσινον καὶ οἶνον PBerl.Möller 13.4 (III/IV d.C.), c. dat. περιοδεύειν ... τῶν λόχων δύο ... ἐ. ἀλλήλοις que dos compañías hagan rondas alternativamente una tras otra Aen.Tact.26.1;
b) c. valor local ἐ. ἐμπίπτουσιν, ὅπως μὴ ἀμβλύνωνται τριβόμενοι (los dientes de los carnívoros) encajan unos en otros, para no debilitarse al frotarse Arist.PA 661b21, ἐ. ἐναντίως ἔχει τὰ κῶλα τὰς κάμψεις τοῖς ἀνθρώποις los miembros en los hombres realizan sus flexiones alternativamente en sentido opuesto Arist.IA 712a13, c. dat. πολλὰ δ' ἄμεικτ' ἔστηκε κεραιομένοισιν ἐ. muchos (elementos) permanecieron sin mezcla, en alternancia con los que se mezclaban Emp.B 35.8.
2 mat. alternando, permutando ἔσται ἄρα ὡς ὁ α ὅρος πρὸς τὸν β, οὕτως ὁ γ πρὸς τὸν δ, καὶ ἐ. ἄρα, ὡς ὁ α πρὸς τὸν γ, ὁ β πρὸς τὸν δ como el primer término es al segundo, así el tercero al cuarto; y alternando, como el primero es al tercero, así el segundo al cuarto Arist.EN 1131b6, cf. APo.74a18, 99a8, Aristid.Quint.100.12, Olymp.in Mete.246.7, ἐ. λόγος ἐστὶ λῆψις τοῦ ἡγουμένου πρὸς τὸ ἡγούμενον καὶ τοῦ ἑπομένου πρὸς τὸ ἑπόμενον razón por alternancia consiste en tomar el antecedente en relación con el antecedente y el consecuente en relación con el consecuente Euc.5 Def.12.
II 1en cruz, de través ἔπειτα ... ξυνδῆσαι αὐτῆς τὰ σκέλεα ἐ. para evitar la salida de la matriz, Hp.Mul.2.144, ἴσχειν τὼ πόδ' ἐ. cruzar las piernas Ar.Nu.983, cf. IG 22.463.80 (IV a.C.).
2 astrol. en orden inverso, a la inversa μάλιστα ὅταν ἐ. τοῦτο συμβαίνῃ de las influencias del sol y la luna en los matrimonios, Ptol.Tetr.4.5.6
neutr. subst. τὸ ἐ. lo inverso, la situación inversa εἰ δὲ ἡ Σελήνη ἐπιπαρῇ ἐπὶ τοῦ ζῳδίου, Κρόνου ὡροσκοποῦντος, τὸ ἐ. γίνεται Vett.Val.67.2.
3 al revés, lo de arriba abajo τὼ πόδε φέρει πρὸς ἀέρα μέσον ἀνέχοντας ἐ. τὴν θέσιν τοῖς ἀγῶσι φερόμενος Lib.Descr.13.8, εἴ τις ἐ. ὁπλιζόμενος ἀναστρέφοι μὲν τὸ κράνος ... τοὺς πόδας ἔχοι ἐν θώρακι Gr.Nyss.Virg.319.17.

Greek Monolingual

(AM ἐναλλάξ)
επίρρ. κατά διαδοχική επανάληψη, εκ περιτροπής, μια ο ένας και μια ο άλλος («τοὺς δὲ τοιούτους ἐναλλὰξ τοτὲ μὲν χεῑρον, τοτὲ δὲ βέλτιον πράξειν», Ισοκρ.)
νεοελλ.
(γεωμ.) «εναλλὰξ γωνίες» — αυτές που σχηματίζονται και από τη μία και από την άλλη πλευρά της ευθείας η οποία τέμνει δύο παράλληλες και σχηματίζει με αυτές οκτώ γωνίες
αρχ.-μσν.
με αντίστροφο τρόπο, αντίστροφα, ανάποδα
αρχ.
1. σταυροειδώς, σταυρωτά («οὐδ' ἴσχειν τὼ πόδε ἐναλλάξ», Αριστοφ.)
2. μαθημ. αμοιβαία
3. μαθημ. κατά αντιμετάθεση.

Greek Monotonic

ἐναλλάξ: επίρρ.,
1. σταυρωτά, διαγώνια, σε Αριστοφ.
2. εναλλασσόμενα, διαδοχικά, αλεπάλληλα, εκ περιτροπής, επανειλημμένα, Λατ. vicissim, πρήσσειν ἐν., υπάρχουν εναλλαγές, μεταπτώσεις της τύχης, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐναλλάξ: adv.
1) перемежаясь, чередуясь, попеременно (μεταμειβόμενοι Pind.; ἐ. συνιστάναι καὶ διαλύειν Arst.): ἐ. πρήσσειν Her. испытывать то удачи, то неудачи;
2) обратно, наоборот (ὡς Α πρὸς τὸν В, οὕτως ὁ Г πρὸς τὸν Δ, καὶ ἐ. Arst.): τὸ ἀνάλογον ἐ. Arst. обратное отношение;
3) крест-накрест (ἴσχειν τὼ πόδ᾽ ἐ. Arph.).

Middle Liddell

adverb
1. crosswise, Ar.
2. alternately, Lat. vicissim, πρήσσειν ἐν. to have alternations of fortune, Hdt. [from ἐναλλάσσω