Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐξοπίσω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἐξοπίσω Medium diacritics: ἐξοπίσω Low diacritics: εξοπίσω Capitals: ΕΞΟΠΙΣΩ
Transliteration A: exopísō Transliteration B: exopisō Transliteration C: eksopiso Beta Code: e)copi/sw

English (LSJ)

Adv.,    I of Place (as always in Il.), backwards, back again, Il.11.461, 13.436; ἀποπέμπειν ἐ. Hes.Op.88.    II as Prep. with gen., behind, ἐ. νεκροῦ χάζεσθαι Il.17.357; ἐ. χερὸς ὄμμα τρέπουσ' S.Fr.534.    III of Time (as always in Od.), hereafter, Od.4.35, al., Hes.Th.500, Tyrt.12.30, Pi.O.7.68, Pae.2.27.

German (Pape)

[Seite 887] rückwärts, zurück; Il. 11, 461. 13, 436; Pind. Ol. 7, 68; ἀποπέμπειν Hes. O. 88; τινός, hinter, Il. 17, 357; – von der Zeit, zukünftig, in der Folge, Od. 4, 35. 13, 114, wie Hes. Th. 500.

Greek (Liddell-Scott)

ἐξοπίσω: Ἐπιρρ. Ι. τόπου (ὡς ἀείποτε ἐν τῇ Ἰλ.) πρὸς τὰ ὀπίσω, ὀπίσω πάλιν, Ἰλ. Λ. 461, Ν. 436, Σοφ. Ἀποσπ. 479· εξ. ἀποπέμπειν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 88. 2) ὡς πρόθ. μετὰ γεν. ὀπίσω, ἐξοπίσω νεκροῦ χάζεσθαι Ἰλ. Ρ. 357. ΙΙ. χρόνου (ὡς ἀείποτε ἐν τῇ Ὀδ.), τοῦ λοιποῦ, Δ. 35 κ. ἀλλ.: οὕτω καὶ παρὰ Τυρτ. 9. 30, Πινδ. Ο. 7. 124.

French (Bailly abrégé)

1 en arrière : τινος de qqn;
2 dans la suite, plus tard.
Étymologie: ἐξ, ὀπίσω.

English (Autenrieth)

backwards, back (from), w. gen., Il. 17.357. (Il.)—Of time, hereafter, in future. (The Greeks stood with their backs to the future.)

English (Slater)

ἐξοπῐσω
   1 afterwards μή μοι μέγας ἕρπων κάμοι ἐξοπίσω χρόνος ἔμπεδος i. e. hereafter Πα. 2. 2. ἐκέλευσεν νεῦσαι μιν ἑᾷ κεφαλᾷ ἐξοπίσω γέρας ἔσσεσθαι i. e. thereafter (O. 7.68)

Greek Monolingual

και ξοπίσω (AM ἐξοπίσω)
1. προς τα πίσω, πίσω πάλι
2. πίσω, στο ίδιο μέρος
3. από το ίδιο μέρος
αρχ.
χρον. στο μέλλον.

Greek Monotonic

ἐξοπίσω: [ῐ], επίρρ.,
I. 1. λέγεται για τόπο, προς τα πίσω, πίσω πάλι, σε Ομήρ. Ιλ.
2. ως πρόθ. με γεν., πίσω από, στον ίδ.
II. λέγεται για χρόνο, κατωτέρω, εν συνεχεία, πιο κάτω, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ἐξοπίσω:
I adv.
1) назад, обратно, вспять (φυγέειν Hom.: ἀποπέμπειν Hes.; ὄμμα τρέπειν Soph.);
2) после, впоследствии Hom., Hes.
II praep. cum gen. назад от … (ἐ. τινὸς χάζεσθαι Hom.).

Middle Liddell

ἐξοπί˘σω, αδϝ.
I. of Place, backwards, back again, Il.
2. as prep. with gen. behind, Il.
II. of Time, hereafter, Od.