Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀπίσω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὀπίσω Medium diacritics: ὀπίσω Low diacritics: οπίσω Capitals: ΟΠΙΣΩ
Transliteration A: opísō Transliteration B: opisō Transliteration C: opiso Beta Code: o)pi/sw

English (LSJ)

[ῐ], Ep. ὀπίσσω, the former rare in Hom. and only in signf. 1 ; Aeol. ὐπίσσω Sapph.Supp.8.9 :—Adv.:    I of Place, backwards, opp. to πρόσω, Il.12.272 ; to προπρηνές, 3.218 ; ἀνεχάζετο τυτθὸν ὀπίσσω 5.443 ; ἀ. πολλὸν ὀ. 16.710 ; πάλιν εἶσιν ὀπίσσω Od.11.149 : in Prose also, τὸ ὀπίσω, contr. τοὐπίσω, τὸ ὀ. φεύγειν Hdt.1.207, cf. 8.108 ; ἄναγε εἰς τοὐπίσω Pl.R.528a, cf. Th.4.4, Arist.Fr.106, etc.; [γνάμ]φθη δ' ὀπίσσω [φάσγα]νον B.12.53 ; τὰ ὀ. the hinder parts, LXXJl.2.20 ; τοῦ προπύλου τὸ ὀ. μέρος SIG756.17 (Athens, i B. C.); τὴν ὀ. τοῦ προπύλου στέγην ib.12 ; ἐκ τοῦ ὀ. on the back (of the papyrus), BGU1002.16 (i B. C.); τἀπίλοιπα ὀ. PTeb.58.37 (ii B. C.).    2 back, back again, of movement, ἀπήνυσαν οἴκαδ' ὀπίσσω Od.7.326 ; ὀπίσω πάλιν οἴκαδε Pi.N.3.62 ; ἂψ ὀ. Theoc.25.74; ἀπίκοντο ὀ. Hdt.1.62 ; ὀ. πορευόμενοι ib.75 ; ὀ. ἀναπλῶσαι ib.78 ; ἐν τῇ ὀ. κομιδῇ on his way back, Id.8.120, cf. 1.111, etc.    3 back again, again, of action that reverses an action or occurrence, ἀνακτᾶσθαι ὀ. τὴν τυραννίδα ib.61, cf. 68, 2.14 ; ἀποδόντες ὀ. Id.5.92.γ' ; σφραγίζεις λύεις τ' ὀπίσω E.IA38(anap.).    4 c. gen., δεῦτε ὀ. μου come after me, follow me, Ev.Matt.4.19.    II of Time, hereafter, since the future is unseen and was therefore regarded as behind us, whereas the past is known and therefore before our eyes, ἡμῖν τεκέεσσί τ' ὀπίσσω πῆμα λίποιτο Il.3.160 ; Τρῳαὶ δέ μ' ὀπίσσω πᾶσαι μωμήσονται ib.411, cf. Hes. Op.741, Th.488 ; ἔς περ ὀπίσσω Od.20.199 (εἰσοπίσω S.Ph.1104(lyr.)) ; opp. to νῦν, τούτῳ δ' οὔτ' ἂρ νῦν φρένες ἔμπεδοι [εἰσίν], οὔτ' ἄρ' ὀπίσσω ἔσσονται Il.6.352 ; to προπάροιθε, σεῖο δ', Ἀχιλλεῦ, οὔ τις ἀνὴρ προπάροιθε [ἦν] μακάρτατος, οὔτ' ἄρ' ὀπίσσω [ἔσσεται] Od.11.483 ; where ὀπίσσω and πρόσσω are opposed, πρόσσω must be the past and ὀπίσσω the future, οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω Il.1.343 ; ἅμα πρόσσω καὶ ὀ. λεύσσει 3.109 ; ὅρα πρόσσω καὶ ὀ. 18.250, Od.24.452 ; so ὅσα τ' ἦν ὅσα τ' ἔσθ' ὅσα τ' ἔσται ὀπίσσω Emp.21.9 (ap.Arist.Metaph.1000a30); οὔτ' ἐνθάδ' ὁρῶν οὔτ' ὀπίσω neither present nor future, S.OT 488(lyr.) ; τοὐπίσω σκοπεῖν E.Fr.49 ; θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν Isid.Trag.2 ; cf. ὄπισθεν 11.1.    2 ἐν τοῖσι ὀ. λόγοις in the books yet to come, in the following books, Hdt.1.75 ; cf. ὄπισθεν 11.2.

German (Pape)

[Seite 358] ep. ὀπίσσω (wie ὄπις von ἕπομαι, oder mit ἐπί zusammenhangend); – 1) vom Orte, hinten, hinterher; ὀπίσω δὲ πύλας λίπε, Il. 22, 137; – gew. zurück, nach hinten; σκῆπτρον δ' οὔτ' ὀπίσω οὔτε προπρηνὲς ἐνώμα, Il. 3, 218; κατὰ δ' ἡνία τεῖνεν ὀπίσσω, zog die Zügel zurück, 261; ἀνεχάζετο τυτθὸν ὀπίσσω, 5, 443; εἴκειν, 605; ἰδνωθείς, 12, 205; μήτις ὀπίσσω τετράφθω, ἀλλὰ πρόσσω ἴεσθε, 272; auch πάλιν εἶσιν ὀπίσσω, Od. 11, 149; ὀπίσω πάλιν οἴκαδε, Pind. N. 3, 59; ὀπίσω ἀναπλῶσαι, Her. 1, 78; ἤϊε τὴν αὐτὴν ὀπίσω ὁδόν, 1, 111; ὀπίσω σπάσας τὸν χαλινόν, Plat. Phaedr. 254 e, wie εἰς τοὐπίσω ἑλκύσαι τὰς ἡνίας, 254 b; Sp. – 2) von der Zeit, hinterdrein, hernach, in Zukunft; Τρωαὶ δέ μ' ὀπίσσω πᾶσαι μωμήσονται, Il. 3, 411; Ggstz von νῦν, 6, 352 u. öfter; Hes. O. 743 Th. 488; ἐς ὀπίσσω, Od. 20, 199; ἅμα πρόσσω καὶ ὀπ ίσσω λεύσσει, Il. 3, 109, wie οὐδέ τι οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω, 1, 343, u. οἶος ὅρα πρόσσω καὶ ὀπίσσω, 18, 250, vgl. Od. 24, 452, d. i. das Vorliegende, Gegenwärtige und das darauf Folgende, die Zukunft wahrnehmen, wissen, nicht etwa Zukunft und Vergangenheit, da ὀπίσω, von der Zeit gebraucht, immer auf das Zukünftige geht, vgl. πρόσω u. Od. 11, 483, σεῖο δ' οὔτις ἀνὴρ προπάροιθε μακάρτατος, οὔτ' ἄρ' ὀπίσσω, wo προπάροιθε auf die Vergangenheit geht: keiner ist glücklicher als du, weder in der früheren Zeit, von den Früheren, noch in der Zukunft, von den Nachkommen; auch Soph. sagt πέτομαι δ' ἐλπίσιν οὔτ' ἐνθάδ' ὁρῶν, οὔτ' ὀπίσω, O. R. 488, das hier, das Gegenwärtige und das Künftige, wo schon der Schol. falsch erklärt οὔτε κατὰ τὸ παρὸν ἐρείδων τὸν νοῦν, οὔτε κατὰ τὸ παρεληλυθός; Eur. γράμματα σφραγίζεις, λύεις τ' ὀπίσω, I. A. 38. Daher ἐν τοῖς ὀπίσω λόγοις σημανέω, in den folgenden, späteren Büchern, Her. 1, 75. – 3) wieder, wiederum; ἀνακτᾶσθαι, Her. 1, 61. 68; ἀποδοῦναι, 5, 92, 3, öfter.

Greek (Liddell-Scott)

ὀπίσω: [ῐ], Ἐπικ. ὀπίσω· τὸ πρῶτον σπάνιον παρ’ Ὁμ. καὶ μόνον ἐπὶ τῆς σημασίας Ι: Ἐπίρρ. (ὄπις). Ι. ἐπὶ τόπου, πρὸς τὰ ὀπίσω, ἀντίθετ. τῷ πρόσω, Ἰλ. Μ. 272· ἀντίθετ. τῷ προπρηνές, Γ. 218· ἀνεχάζετο τυτθὸν ὀπίσω Ε. 443· ἀν. πολλὸν ὀπ. Π. 710· πάλιν εἶσιν ὀπίσσω Ὀδ. Λ. 149· - ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ ὡσαύτως, τὸ ὀπίσω, συνῃρ. τοὐπίσω, τὸ ὀπίσω φεύγειν Ἡρόδ. 1. 207, πρβλ. 8. 108· εἰς τοὐπίσω ἑλκύσαι τὰς ἡνίας Πλάτ. Πολ. 528Α, κτλ.· τὰ ὀπίσω, τὰ ὀπίσθια, Ἑβδ. (Ἰωὴλ Β΄, 20). 2) πρὸς τὰ ὀπίσω πάλιν, δηλ. διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ δι’ ἧς καὶ ἦλθέ τις, ἀπήνυσαν οἴκαδ’ ὀπίσσω Ὀδ. Η 326· ὀπίσω πάλιν οἴκαδε Πινδ. Ν. 3. 109 ἂψ ὀπ. Θεόκρ. 25. 74· ἀπίκοντο ὀπ. Ἡρόδ. 1. 72· ὀπ. πορευόμενοι αὐτόθι 75· ὀπ. ἀναπλῶσαι αὐτόθι 78 ἐν τῇ ὀπ. κομιδῇ, κατὰ τὴν ἐπιστροφήν, 8. 120, πρβλ. 1. 111, κτλ.· ἐντεῦθεν ἁπλῶς, 3) πάλιν, ἀνακτᾶσθαι ὀπ. Ἡρόδ. 1. 61, πρβλ. 68., 2. 14· ἀποδοῦναι ὀπ. 5. 92, 3· σφραγίζειν λύειν τ’ ὀπίσω Εὐρ. Ι. Α. 38. 4) μεταγεν., δεῦτε ὀπ. μου, ἔλθετε κατόπιν μου, ἀκολουθεῖτέ μοι, Εὐαγγ. κατὰ Ματθ. δ΄, 19. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, τοῦ λοιποῦ, εἰς τὸ ἑξῆς, ἐν τῷ μέλλοντι, ἐπειδὴ τὸ μέλλον ἦτο ἀόριστον καὶ ἐθεωρεῖτο ἑπομένως ὡς ὄπισθεν ἡμῶν ὑπάρχον, ἐν ᾧ τὸ παρελθὸν ὡς γνωστὸν ἐθεωρεῖτο ὡς κείμενον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, ἡμῖν τεκέεσσί τ’ ὀπίσσω πῆμα λίποιτο Ἰλ. Γ. 160· Τρῳαὶ δέ μ’ ὀπίσω πᾶσαι μωμήσονται αὐτόθι 411· πρβλ. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 739, Θ. 488· ἔς περ ὀπίσσω Ὀδ. Υ. 199· (εἰσοπίσω Σοφ. Φ. 1105), ἀντίθετον τῷ νῦν, τούτῳ δ’ οὔτ’ ἂρ νῦν φρένες ἔμπεδοι [εἰσίν], οὔτ’ ἂρ’ ὀπίσσω [ἔσονται] Ἰλ. Ζ. 352· τῷ προπάροιθε, σεῖο δ’, Ἀχιλλεῦ, οὔτις ἀνὴρ προπάροιθε [ἦν] μακάρτατος, οὔτ’ ἂρ’ ὀπίσσω [ἔσσεται] Ὀδ. Λ. 483· οὕτω καὶ ὅπου τὰ ὀπίσσω καὶ πρόσσω ἀντιτίθενται, τὸ μὲν πρόσσω δέον νὰ νοῆται ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ὅπερ δύναταί τις νὰ ἴδῃ πρὸ ἑαυτοῦ, τὸ δὲ ὀπίσσω τὸ μέλλον: οἶδε νοῆσαι ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω Ἰλ. Α. 343· ἅμα πρόσσω καὶ ὀπ. λεύσσει Γ. 109· ὅρα πρόσσω καὶ ὀπ. Σ. 250, Ὀδ. Ω. 452· οὕτως, ὅσα τ’ ἦν ὅσα τ’ ἔσθ’ ὅσα τ’ ἔσται ὀπίσω Ἐμπεδ. 128· οὔτ’ ἐνθάδ’ ὁρῶν οὔτ’ ὀπίσω, οὔτε τὸ παρὸν οὔτε τὸ μέλλον, Σοφ. Ο. Τ. 488· τοὐπίσω σκοπεῖν Εὐρ. Ἀποσπ. 50· θνητὸς πεφυκὼς τοὐπίσω πειρῶ βλέπειν Τραγ. παρὰ Στοβ. σ. 188.52·-ὁ Heyne καὶ ἄλλοι διὰ ταῦτα σφάλλονται ἑρμηνεύοντες τὸ ὀπίσσω ἐπὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ πρόσσω ἐπὶ τοῦ μέλλοντος ἐν Ἰλ. Α. 343, κτλ.· πρβλ. ὄπισθεν ΙΙ. 1. 2) ἐν τοῖσι ὀπίσω λόγοις, εἰς τὰ ἑπόμενα βιβλία, Ἡρόδ. 1.75· πρβλ. ὄπισθεν ΙΙ. 2.-Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 288.

French (Bailly abrégé)

adv.
ensuite;
I. avec idée de lieu;
1 derrière, en arrière : τὸ ὀπίσω HDT l’arrière, derrière ; εἰς τοὐπίσω PLAT vers l’arrière;
2 à la suite, ensuite : οἱ ὀπίσω λόγοι HDT les livres qui viendront après, les livres suivants;
II. avec idée de temps dans la suite, ensuite, après : ὀπίσω ὁρᾶν SOPH voir dans l’avenir ; ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω ὁρᾶν, λεύσσειν, νοεῖν HOM voir ou comprendre en même temps l’avenir prochain et ce qui suivra, càd et un avenir éloigné;
III. p. suite (l’idée de « en arrière », impliquant une idée de retour) en retour, de nouveau.
Étymologie: ὄπις².

English (Autenrieth)

backward, behind, hereafter, in (to) the future.

English (Strong)

from the same as ὄπισθεν with enclitic of direction; to the back, i.e. aback (as adverb or preposition of time or place; or as noun): after, back(-ward), (+ get) behind, + follow.

English (Thayer)

(perhaps) from ἡ ὄπις; and this from ἐπω, ἕπομαι, to follow (but cf. Vanicek, p. 530)), adverb of place and time, from Homer down; the Sept. for אַחַר, אָחור and especially for אַחֲרֵי; (at the) back, behind, after;
1. adverbially of place: ἑστάναι, ἐπιστρέψαι ὀπίσω, back, ὑποστρέφειν ὀπίσω, Josephus, Antiquities 6,1, 3); τά ὀπίσω, the things that are behind, εἰς τά ὀπίσω ἀπέρχεσθαι, to go backward, Vulg. abire retrorsum, to return home, of those who grow recreant to Christ's teaching and cease to follow him, στρέφεσθαι, to turn oneself back, ἐπιστρέφειν, to return back to places left, ὑποστρέψαι εἰς τά ὀπίσω, tropically, of those who return to the manner of thinking and living already abandoned, βλέπειν (Vulg. (aspicere or) respicere retro (A. V. to look back)), Winer s Grammar, § 54,6; Buttmann, § 146,1);
a. of place: WH marginal reading ὄπισθεν); Winer s Grammar, 30; Buttmann, as above and 172 (150)): ὀπίσω τίνος ἔρχεσθαι to follow anyone as a guide, to be his disciple or follower, R L Tr marginal reading WH; (cf. ἀκολουθεῖν, G T Tr text; ἀκολουθέω, 2at the end); πορεύεσθαι, to join oneself to one as an attendant and follower, Winer s Grammar, 594 (553); Buttmann, 184 (160)); ἀπέρχομαι ὀπίσω τίνος, to go off in order to follow one, to join one's party, Buttmann, as above), ἑτέρας σαρκός, δεῦτε ἐπίσω μου (see δεῦτε, 1), ἀποστέλλειν τινα ὀπίσω τίνος, ἀφισταναι, ἀποσπᾶν, τινα ὀπίσω αὐτοῦ, to draw one away to (join) his party, ἐκτρέπεσθαι, to turn out of the right path, turn aside from rectitude, θαυμάζειν, to wonder after i. e. to be drawn away by admiration to follow one (Buttmann, 185 (160f)), πᾶςλαός ἐξέστη ὀπίσω αὐτοῦ, ὕπαγε ὀπίσω μου (A. V. get thee behind me), out of my sight: R L brackets; G L brackets); after: ἐρήξεσθαι ὀπίσω τίνος, to make his public appearance after (subsequently to) one, ὀπίσω τοῦ σαββάτου, Nehemiah 13:19).

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀπίσω, Α επικ. τ. ὀπίσσω)
βλ. πίσω.

Greek Monotonic

ὀπίσω: [ῐ] (ὄπις)· Επικ. ὀπίσσω, επίρρ.·
I. 1. λέγεται για τόπο, προς τα πίσω, σε αντίθ. προς το πρόσω, σε Ομήρ. Ιλ.· στην πεζογραφία επίσης τὸ ὀπίσω, συνηρ. τοὐπίσω, σε Ηρόδ., Αττ.
2. πίσω, ξανά πίσω, δηλ. από τον ίδιο δρόμο από τον οποίο ήλθε κάποιος, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.
3. ξανά, πάλι, ἀνακτᾶσθαι ὀπίσω, σε Ηρόδ. κ.λπ.
4. με γεν., δεῦτε ὀπίσω μου, ελάτε πίσω μου, ακολουθήστε με, σε Καινή Διαθήκη
II. 1. λέγεται για χρόνο, στο εξής, στο μέλλον, καθώς το μέλλον είναι αδιόρατο και άρα πίσω μας, έξω από το οπτικό μας πεδίο, ενώ το παρελθόν είναι γνωστό και μπροστά στα μάτια μας, σε Όμηρ.· ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσω λεύσσει, σε Ομήρ. Ιλ.· οὔτ' ἐνθάδ' ὁρῶν οὔτ' ὀπίσω, ούτε το παρόν ούτε το μέλλον, σε Σοφ.
2. ἐν τοῖσι ὀπίσω λόγοις, στα επόμενα βιβλία, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ὀπίσω:
I (ῐ), эп. ὀπίσσω, в прозе τὸ ὀ., in crasi τοὐπίσω adv.
1) сзади, позади (λείπειν τι Hom.);
2) назад (φεύγειν Her.; ἕλκειν τὰς ἡνίας Plat.; εἰς τὰ ὀ. ἀπέρχεσθαι NT);
3) обратно (ἀναπλῶσαι Her.): ἐν τῇ ὀ. κομιδῇ Her. на обратном пути;
4) опять, вновь: σφραγίζειν λύειν τ᾽ ὀ. Eur. запечатывать и вновь вскрывать;
5) потом, впоследствии, после (Τρωαὶ δέ μ᾽ ὀ. πᾶσαι μωμήσονται Hom.): νοῆσαι ἅμα πρόσω καὶ ὀ. Hom. подумать сразу и о прошлом и о будущем; οἱ ὀ. λόγοι Her. последующие разделы (сочинения).
II praep. cum gen. позади или после (ὁ ὀ. μου ἐρχόμενος NT).

Middle Liddell

ὄπις
I. of Place, backwards, opp. to πρόσω, Il.:—in Prose also τὸ ὀπίσω, contr. τοὐπίσω, Hdt., attic
2. back, back again, i. e. by the same way as one came, Od., Hdt.
3. again, ἀνακτᾶσθαι ὀπ. Hdt., etc.
4. c. gen., δεῦτε ὀπ. μου come after me, follow me, NTest.
II. of Time, hereafter, since the future is unseen or behind us, whereas the past is known and before our eyes, Hom.; ἅμα πρόσσω καὶ ὀπ. λεύσσει Il.; οὔτ' ἐνθάδ' ὁρῶν οὔτ' ὀπίσω neither present nor future, Soph.
2. ἐν τοῖσι ὀπίσω λόγοις in the following books, Hdt.