Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰώδης

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: ἰώδης Medium diacritics: ἰώδης Low diacritics: ιώδης Capitals: ΙΩΔΗΣ
Transliteration A: iṓdēs Transliteration B: iōdēs Transliteration C: iodis Beta Code: i)w/dhs

English (LSJ)

[ῑ], ες, (ἰός)

   A like verdigris, green, Hp.Prog.11, Dsc.5.79, Gal. 10.871; of bile, Id.18(1).107; κακόνοια . . τουτὶ τὸ ἰῶδες . . ἀφίησιν Plu.2.565c.    2 rust-coloured, ferruginous, Thphr.Lap.37, Call. Hist.4, Dsc.5.152.    3 poisonous, ὕδωρ Ath.2.42a, cf. Gal.11.327; ὀδόντες, of serpents, Philostr.Jun.Im.5: metaph., of persons, virulent, Ptol.Tetr.158.    II (ὄδ-ωδα) acrid, ὀξύτητες Hp.VM19; ἄσθμα Philum.Ven.36.3, etc.

German (Pape)

[Seite 1277] ες, dem Veilchen (ἴον) ähnlich, veilchenfarbig, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

ἰώδης: -ες, (ἴον, εἶδος) ἔχων χρῶμα ἴου, Ἱππ. Προγν. 40.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
âcre ; vénéneux, venimeux.
Étymologie: ἰός, -ωδης.

Greek Monolingual

(I)
-ες (Α ἰῶδης, -ες) ίον
1. αυτός που έχει το χρώμα του ίου, ιόχρους, μενεξεδής
2. το ουδ. ως ουσ. το ιώδες
α) το χρώμα που παράγεται από την ανάμιξη του ερυθρού και του κυανού, ως οπτικών αισθημάτων
β) είδος τών ιωδών χρωστικών, με φαρμακευτικές ιδιότητες (α. «κρυσταλλικό ιώδες» β. «ιώδες της γεντιανής»).
(II)
-ες (Α ἰώδης, -ες) [ιός IV]
1. σκουριασμένος
2. δηλητηριώδης
3. (μτφ., για πρόσ.) φαρμακερός, κακεντρεχής
αρχ.
πικρός, στυφός, δριμύς.

Russian (Dvoretsky)

ἰώδης: (ῑ) ἰός III] подобный ржавчине (sc. φθόνος Plut.).