Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀμφακίας

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀμφᾰκίας Medium diacritics: ὀμφακίας Low diacritics: ομφακίας Capitals: ΟΜΦΑΚΙΑΣ
Transliteration A: omphakías Transliteration B: omphakias Transliteration C: omfakias Beta Code: o)mfaki/as

English (LSJ)

(sc. οἶνος), ὁ,

   A wine from unripe grapes, Gal. ap. Ath.1.26d.    II as masc. Adj., harsh, austere, θυμός Ar.Ach.352, cf. Plu.2.11d.    2 ὀ. νεκροί unripe, i.e. untimely, dead, Luc.Cat.5.

German (Pape)

[Seite 343] ὁ, Wein von unreifen Trauben, herb, im Ggstz von γλυκάζων, Ath. I, 26 c; übertr., adjectivisch, mürrisch, sauertöpfisch, θυμός, Ar. Ach. 333; vgl. B. A. 54; – ὀμφακίας νεκροὺς ἥκεις ἄγων, Luc. Cat. 5, wo Kinder, frühzeitig Gestorbene damit bezeichnet scheinen.

Greek (Liddell-Scott)

ὀμφᾰκίας: (δηλ. οἶνος), ὁ, οἶνος ἐξ ἀώρων σταφυλῶν, Ἀθήν. 26D.ΙΙ. ὡς ἀρσ. ἐπίθ., τραχύς, δριμύς, αὐστηρός, θυμὸς Ἀριστοφ. Ἀχ. 352· πρβλ. ὄμφαξ ΙΙ. 3. 2) ὀμφακίαι νεκροί, ἄωροι νεκροί, δηλ. νέοι ἀποθανόντες προώρως, Λουκ. Κατάπλους ἢ Τύρανν. 5.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
1 âpre, acerbe;
2 non encore mûr : νεαρός LUC jeune homme mûri avant l’âge.
Étymologie: ὄμφαξ.

Greek Monolingual

ὀμφακίας, ὁ (Α)
1. υπόξινος οίνος παρασκευασμένος από άγουρα σταφύλια, χυμός από άγουρα σταφύλια
2. (ως επίθ. αρσ.) μτφ. οξύς, δριμύς, τραχύς, αυστηρός («δεινὸν γὰρ οὕτως ὀμφακίαν πεφυκέναι τὸν θυμὸν ἀνδρῶν», Αριστοφ.)
3. φρ. «ὀμφακίαι νεκροί» — άτομα που πέθαναν σε νεαρή ηλικία (Λουκιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄμφαξ, -ακος «άγουρο σταφύλι» + κατάλ. -ίας, που απαντά και σε άλλες ονομασίες κρασιών (πρβλ. καπν-ίας, κων-ίας)].

Greek Monotonic

ὀμφᾰκίας: ὁ (ὄμφαξ), αυτός που έχει παραχθεί από άγουρα σταφύλια· απ' όπου, τραχύς, δυσάρεστος, σκληρός, δριμύς, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὀμφᾰκίᾱς: ου adj. m
1) досл. кислый, терпкий, перен. (тж. ὀ. τὸν τρόπον Plut.) резкий, раздражительный (θυμός Arph.);
2) преждевременный, ранний (νεκροί Luc.).

Middle Liddell

ὄμφαξ
made from unripe grapes: hence harsh, austere, crabbed, Ar.