Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ᾠόν

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ᾠόν Medium diacritics: ᾠόν Low diacritics: ωόν Capitals: ΩΟΝ
Transliteration A: ōión Transliteration B: ōon Transliteration C: oon Beta Code: w)|o/n

English (LSJ)

τό, old poet. forms ὤεον, ὤιον, v. sub fin.:—

   A egg, τίκτει ᾠὰ ἐν γῇ καὶ ἐκλέπει [ὁ κροκόδειλος] Hdt.2.68; ᾠὰ χήνεια Eriph. 7; of all birds, Arist.HA559a15; but mostly of hens' eggs, Ar. Lys.856, Fr.185, etc.; [ᾠοῦ] τὸ λευκόν, τὸ ὠχρόν, Arist.HA559a18; τὸ πυρρόν, τὸ χρυσοῦν, Hp.Mul.2.171, Ath.9.376d; ᾠὰ ἡμιπαγέα half-boiled eggs, Hp.Acut. (Sp.) 53; ἑφθά, ὠμά, Thphr.Vert. 2; ᾠὸν ῥοφεῖν Nicom.Com.3; καταπίνειν Antiph.140.5; ᾠὰ κολάπτειν Anaxil.18.4(anap.); ᾠὰ γόνιμα fertile eggs, opp. ὑπηνέμια, ἄγονα, Arist.GA730a6,20; also ᾠὰ πλήρη Id.Mete.359a14; ᾠὸν τέλειον, opp. ἀτελές, Id.GA718b23,24; ᾠὸν ἀνεμιαῖον, ζεφύριον, wind-egg, Arar.6, Arist.HA560a6; σμύρνης ᾠ. lump, Hdt.2.73; ὁ Χρόνος ἐγέννησεν ᾠόν Orph.Fr.54, al., cf. Epimenid.5: metaph., ᾠὸν ἅπας γέγονεν he has become bald as an egg, AP11.398 (Nicias).    2 of the eggs or spawn of fish, Hdt.2.93; τὰ ᾠὰ ἀφιᾶσι Arist.HA567b22, cf. 525a7; of serpents, ib.558a26; of tortoises, ib.558a4.    3 of plants, seed, Id.GA731a6; cf. ᾠοτοκέω 2.    4 cupping-glass, τὰ ἰατρικὰ ᾠὰ ὑέλινα ὄντακαὶ σύστομα Hero Spir.1Prooem.: egg-shaped cup, Dinon 14. The word has the foll. forms: Att. ᾠόν (- ), confirmed by Inscrr. ὠιῶν IG11(2).224 A11,12 (Delos, iii B. C.), Papyri (ὠιὰ χήνεα PCair.Zen. 130.26 (iii B. C.)), and later Mss.; Aeol. ὤιον, gen. ὠίω ( ), Sapph.56, 112; ὤεον lbyc.16, Semon.11, Call.Epigr.6.10, Nic.Th.192, Arat.956; ὤβεον is Argive acc. to Hsch. (i.e. ὤϝεον) ; ᾠόν oxyt. acc. to Theognost.Can.130; ὤεον proparox., ib.121. The form ὠόν, which Lat. ovum would lead us to expect, is found only in late texts (LXX De.22.6, Ev.Luc.11.12, etc.) and is due to loss of the ι in ii B. C.; cogn. with Lat. ovum, OHGei, ONorse egg (prim. Germanic aiia-), whence Engl. egg.

Greek (Liddell-Scott)

ᾠόν: τό, ἀρχαῖοι ποιητ. τύποι: ὤεον, ὤιον, ἴδε ὤεον· (ἴδε ἐν τέλει)·-ὡς καὶ νῦν, ᾠόν, κοινῶς «αὐγόν», τὰ ᾠὰ χηνέων οὐ πολλῷ μείζονα τίκτει [ὁ κροκόδειλος] Ἡρόδ. 2. 68, πρβλ. 73· ᾠά λευκά γε καὶ μεγάλα· χήνει’ ἐστίν, ὣς γ’ ἐμοὶ δοκεῖ Ἔριφος ἐν «Μελιβοίᾳ» 2· καὶ παντὸς πτηνοῦ, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 2 κἑξ., κλπ.· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς ἀλεκτορίδος, Ἀριστοφ. Λυσ. 856, Ἀποσπ. 237, κλπ.· ᾠοῦ τὸ λευκὸν ἢ τὸ ὠχρὸν Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 2, 1· τὸ πυρρὸν ἢ τὸ χρυσοῦν Ἱππ. 663. 20, Ἀθήν. 376D· ᾠὰ ἡμιπαγέα, οὐχὶ ἐντελῶς βεβρασμένα, «μελᾶτα», Ἱππ. 405· ἐφθά, ὠμὰ Θεοφράστ. Ἀποσπ. 8. 2· - ᾠὰ τίκτειν Ἡρόδ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀριστοφ. Ὄρν. 695· ἐκλέπειν, περιγλύφειν (ἴδε τὰς λέξεις)· ᾠὸν ῥοφεῖν Νικόμ. ἐν Ἀδήλ. 1· καταπίνειν Ἀντιφάν. ἐν «Λεπτινίσκῳ» 1. 5· ᾠὰ κολάπτειν Ἀναξίλ. ἐν «Λυροποιῷ» 1. 4· - τὰ καλὰ ᾠὰ καλοῦνται γόνιμα, τέλεια, πλήρη, τὰ δ’ ἀντίθετα ἄγονα, ἀτελῆ, ὑπηνέμια, ἀνεμιαῖα, ζεφύρια (ἴδε τὰς λέξεις)· -μεταφορ., ᾠὸν ἅπας γέγονεν, ἔγεινε φαλακρὸς ὡς ᾠόν, Ἀνθ. Π. 11. 398. 2) ἐπὶ τῶν ᾠῶν τῶν ἰχθύων, Ἡρόδ. 2. 93· τὰ ᾠὰ ἀφιᾶσι Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 13, 9, πρβλ. 4. 1. 24· τῶν ὄφεων, αὐτόθι 5. 34, 1· τῶν χελωνῶν, αὐτόθι 5. 33, 2· κλπ. 3) ἐπὶ φυτῶν, τὸ σπέρμα, ὁ σπόρος, ὁ αὐτ. περὶ Ζ. Γεν. 1. 23, 2· πρβλ. ᾠοτοκέω 2. 4) ᾠὰ ὑέλινα τὰ ἰατρικὰ παρὰ τῷ Ἥρωνι (Ἀρχ. Μαθ. 147) εἶναι πιθαν. τὰ πρὸς ἀφαίμαξιν ἐν χρήσει ποτήρια ἤτοι σικύαι, «βεντοῦζαι»· ὡσαύτως, ποτήριον ᾠοειδές, Δείνων παρ’ Ἀθην. 503F. (Ἐκ τοῦ τύπου ὤιον βεβαιοῦται ἡ ὀρθότης τῆς γραφῆς ᾠόν, - ὑποστηριζομένης καὶ ὑπὸ τῶν Ἀντιγράφων τοῦ Μεγ. Ἐτυμολ. 822, καὶ ὑπὸ τῆς ἀναλογίας πρὸς τὰς λέξεις πτῷον, ζῷον, εἰ καὶ ἀντίκειται πρὸς τὴν ἀναλογίαν τοῦ Λατιν. ovum, ἴδε κατωτ. - Κατ’ ἀρχὰς θὰ ἦτο ὠFόν, övum (ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει τὸν τύπον ὤβεον ὡς Ἀργεῖον)· Ἀρχ. Γερμ. ei, πληθ. eigir· Ἀγγλο-Σαξον. aeg (egg), πρβλ. καὶ τὸ νεώτερ. Ἑλλην. αὐγόν.- Ὁ Benfey καὶ ὁ Curt. δοξάζουσιν ὅτι ὁ πρῶτος τύπος ἦτο avyam καὶ ὅτι παρήχθη ἐκ τοῦ vis, vayas Λατ. avis· ἴδε ἐν λέξ. οἰωνός).

French (Bailly abrégé)

οῦ (τό) :
œuf : ᾠὸν τίκτειν HDT pondre un œuf ; ἐκλέπειν HDT faire éclore un œuf.
Étymologie: p. ὤιον de ὤϜιον ; cf. lat. ovum.

Spanish

huevo

Greek Monotonic

ᾠόν: τό,
1. Λατ. ovum, αυγό, σε Αττ.
2. λέγεται για τα αυγά των ψαριών, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ᾠόν: эол. ὤιον τό
1) яйцо (τὰ ᾠὰ χηνέων, κροκοδείλου Her., τῶν ὀρνίθων Arst.): ᾠὸν ἅπας γέγονεν Anth. он весь стал как яйцо, т. е. совершенно облысел;
2) семя (τῶν φυτῶν Arst.).

Middle Liddell

ᾠόν, οῦ,
1. Lat. ovum, an egg, attic
2. of the eggs or spawn of fish, Hdt.