Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαντεία

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μαντεία Medium diacritics: μαντεία Low diacritics: μαντεία Capitals: ΜΑΝΤΕΙΑ
Transliteration A: manteía Transliteration B: manteia Transliteration C: manteia Beta Code: mantei/a

English (LSJ)

Ep. μαντ-είη, Ion. μαντ-ηΐη, ἡ, (μαντεύομαι)

   A prophetic power, power of divination, h. Merc.533, 547, etc.; μαντείᾳ χρῆσθαι καθ' ὕπνον Pl.Ti. 71d; mode of divination, Hdt.2.57; αἴνιγμα μαντείας ἔδει S.OT394; μαντείας δεῖται ὅ τι ποτὲ λέγεις Pl.Smp.206b; ἔτι ταῦτα μαντείας προσδεῖται; Aeschin.1.76: pl., divinations, h.Merc.472, S.El.499 (lyr.), Hdt.2.83, etc.    2 conjecture, ἡ περὶ τὸν θεὸν μ. Arist.Cael.284b3; μαντεία μᾶλλον ἢ κρίσει τἀληθὲς ἀναζητῶν Luc.Herm.49.    II oracle, prophecy, Pl.Ap.29a: pl., Tyrt.4.2, S.OT149, Lys.6.33; ὡς ἡ ἐμὴ μ. as I divine, Pl.Phlb.66b.    2 oracular, i.e. obscure, expression, Id.Cra.384a.

Greek (Liddell-Scott)

μαντεία: Ἰων. -ηίη, ἡ, (μαντεύομαι) τὸ προφητεύειν, προφητεία, προφητικὴ δύναμις, μαντικὴ δύναμις, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 533, 547, κτλ.· μαντείᾳ χρῆσθαι καθ’ ὕπνον Πλάτ. Τίμ. 71D· - ὡσαύτως τρόπος τοῦ μαντεύεσθαι, Ἡρόδ. 2. 57, 83· παροιμ., αἴνιγμα μαντείας ἔδει, εἶχεν ἀνάγκην μαντικῆς τέχνης, Σοφ. Ο. Τ. 394· μαντείας δεῖται ὅ τι ποτὲ λέγεις Πλάτ. Συμπ. 206Β· ἔτι ταῦτα μαντείας προσδεῖται; εἶναι ἀνάγκη μαντικῆς ὅπως ἑρμηνεύῃ τις ταῦτα; Αἰσχίν. 11. 16. - ἐν τῷ πληθ. μαντεῖαι, Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 472, Σοφ. Ἠλ. 499, Πλάτ. κτλ. 2) μαντεία, εἰκασία, ἡ περὶ τὸν θεὸν μ. Ἀριστ. π. Οὐρ. 2. 1, 7. ΙΙ. = μαντεῖον Ι, χρησμός, προφητεία, Τυρταῖ. 2. 2, Σοφ. Ο. Τ. 149, Λυσ. 106. 10, Πλάτ. Ἀπολ. 29Α, 33C· ὡς ἡ ἐμὴ μαντ., ὡς ἐγὼ μαντεύομαι, προλέγω, Πλάτ. Φίληβ. 66Β. 2) μαντική, χρησμώδης, δηλ. σκοτεινὴ καὶ ἀσαφὴς ἔκφρασις, ὁ αὐτ. ἐν Κρατ. 384Α.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 prédiction, oracle;
2 action de consulter ou d’interpréter un oracle, divination.
Étymologie: μαντεύω.

Spanish

poder de adivinación, de profecía, oráculo, profecía, acto de adivinación

Greek Monolingual

η (AM μαντεία, Α επικ. τ. μαντείη, ιων. τ. μαντηΐη, Μ και μαντειά) μαντεύω
1. το να προλέγει κάποιος αυτά που πρόκειται να συμβούν ή να αποκαλύπτει τα άγνωστα, η προφητική δύναμη, η μαντική ιδιότητα, η μαντική τέχνη («μαντείας... δεῑται ὅ,τι ποτὲ λέγεις», Πλάτ.)
2. συν. στον πληθ. οι προφητείες, οι χρησμοί, οι εξηγήσεις τών σημείων
μσν.
μαγική πράξη
αρχ.
1. ο τρόπος με τον οποίο δινόταν ο χρησμός («ἡ δὲ μαντηΐη ἥ τε ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι καὶ ἐν Δωδώνῃ παραπλήσιαι ἀλλῄλησι», Ηρόδ.)
2. εικασία, πιθανολογία, υπόθεση («τον γε ἄνευ πείρας αἱρούμενον μαντείᾳ μᾱλλον ἢ κρίσει τἀληθὲς ἀναζητοῦντα», Λουκιαν.)
3. σκοτεινή έκφραση, δυσνόητος λόγος («εἰ οὖν πῃ ἔχεις συμβαλεῑν τὴν Κρατύλου μαντείαν», Πλάτ.)
4. φρ. «ὡς ἡ ἐμὴ μαντεία» — όπως προλέγω, όπως προφητεύω εγώ (Πλάτ.).

Greek Monotonic

μαντεία: Ιων. -ηΐη, ἡ, (μαντεύομαι
I. προφητεύω, διαθέτω προφητικό χάρισμα, σε Ομηρ. Ύμν.· το μέσον της προφητείας (π.χ. οιωνός), σε Ηρόδ.· αἴνιγμα μαντείας ἔδει, η λύση του αινίγματος απαιτούσε προφητεία, χρησμό, σε Σοφ. II.μαντεῖον IΙ, σε Τυρτ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

μαντείᾱ: эп. μαντείη, ион. μαντηΐη
1) пророческий дар HH;
2) пророческое толкование (μαντείας δεῖται ὃ τί ποτε λέγεις Plat.): αἴνιγμα μαντείας ἔδει Soph. загадка (Сфинкса) нуждалась в истолковании провидца;
3) способ прорицания (ἐν Θήβῃσι Her.);
4) прорицание (Φοῖβος ὁ πέμψας τὰς μαντείας Soph.): μαντείᾳ χρῆσθαι καθ᾽ ὕπνον Plat. прорицать во сне;
5) догадка, предвидение: ὡς ἡ ἐμὴ μ. Plat. как я предвижу.

Middle Liddell

μαντεία, ιονιξ -ηίη, ἡ, μαντεύομαι
I. prophesying, prophetic power, Hhymn.: mode of divination, Hdt.; αἴνιγμα μαντείας ἔδει the riddle stood in need of divination, Soph.
II. = μαντεῖον II, Tyrtae., Soph.