μετοικικός: Difference between revisions

From LSJ

καὶ ἤδη γε ἄπειμι παρὰ τὸν ἑταῖρον Κλεινίαν, ὅτι πυνθάνομαι χρόνου ἤδη ἀκάθαρτον εἶναι αὐτῷ τὴν γυναῖκα καὶ ταύτην νοσεῖν, ὅτι μὴ ῥεῖ. ὥστε οὐκέτι οὐδ' ἀναβαίνει αὐτήν, ἀλλ' ἄβατος καὶ ἀνήροτός ἐστιν → and now I depart for my companion, Cleinias since I have learned that for some time now his wife is unclean and she is ill because she does not flow, therefore he no longer sleeps with her but she is unavailable and untilled

Source
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([a-zA-ZÀ-ÿŒœ ]+);" to "$1 $2;")
Tags: Mobile edit Mobile web edit
m (LSJ1 replacement)
 
(One intermediate revision by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=metoikikos
|Transliteration C=metoikikos
|Beta Code=metoikiko/s
|Beta Code=metoikiko/s
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><span class="bld">A</span> [[consist]]ing of [[μέτοικοι]], <span class="bibl">Hyp.<span class="title">Fr.</span> 149</span>; in the [[condition]] of a μ., ἄνθρωπος <span class="bibl">Plu.<span class="title">Alc.</span>5</span>; <b class="b3">συντελεῖν εἰς τὸ μετοικικόν</b>, [[varia lectio|v.l.]] for [[μετοίκιον]], Luc.Bis Acc.9. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> metaph., [[having a part in]], τινος <span class="bibl">Id.<span class="title">Lex.</span>25</span>.</span>
|Definition=μετοικική, μετοικικόν,<br><span class="bld">A</span> [[consist]]ing of [[μέτοικοι]], Hyp.''Fr.'' 149; in the [[condition]] of a μ., ἄνθρωπος Plu.''Alc.''5; <b class="b3">συντελεῖν εἰς τὸ μετοικικόν</b>, [[varia lectio|v.l.]] for [[μετοίκιον]], Luc.Bis Acc.9.<br><span class="bld">II</span> metaph., [[having a part in]], τινος Id.''Lex.''25.
}}
}}
{{pape
{{pape
Line 14: Line 14:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=ή, όν :<br /><b>1</b> [[qui jouit du droit de cité comme les métèques]];<br /><b>2</b> étranger domicilié.<br />'''Étymologie:''' [[μέτοικος]].
|btext=ή, όν :<br /><b>1</b> [[qui jouit du droit de cité comme les métèques]];<br /><b>2</b> [[étranger domicilié]].<br />'''Étymologie:''' [[μέτοικος]].
}}
}}
{{elru
{{elru

Latest revision as of 10:35, 25 August 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μετοικικός Medium diacritics: μετοικικός Low diacritics: μετοικικός Capitals: ΜΕΤΟΙΚΙΚΟΣ
Transliteration A: metoikikós Transliteration B: metoikikos Transliteration C: metoikikos Beta Code: metoikiko/s

English (LSJ)

μετοικική, μετοικικόν,
A consisting of μέτοικοι, Hyp.Fr. 149; in the condition of a μ., ἄνθρωπος Plu.Alc.5; συντελεῖν εἰς τὸ μετοικικόν, v.l. for μετοίκιον, Luc.Bis Acc.9.
II metaph., having a part in, τινος Id.Lex.25.

German (Pape)

[Seite 161] ή, όν, zum μέτοικος gehörig, μετοικικὸν ἄνθρωπον = μέτοικον, Plut. Alc. 5; ἐς τὸ μετοικικὸν συντελεῖν, d. i. zu den Schutzverwandten gehören, Luc. bis accus. 9; μετοικικῆς συμμορίας ταμίας, Hyperid. bei Poll. 8, 144.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui jouit du droit de cité comme les métèques;
2 étranger domicilié.
Étymologie: μέτοικος.

Russian (Dvoretsky)

μετοικικός: находящийся на положении метэка (ἄνθρωπος Plut.): οὐδὲ μετοικικὰ τῆς Ἀθηναίων φωνῆς ирон. Luc. совершенно неаттические выражения.

Greek (Liddell-Scott)

μετοικικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἰδιάζων εἰς μέτοικον, Ὑπερείδ. παρὰ Πολυδ. Η΄, 144, Πλουτ. Ἀλκ. 5· - τὸ μ., ὁ κατάλογος τῶν μετοίκων, Λουκ. Δὶς Κατηγ. 9. ΙΙ. μεταφ., ὁ μετέχων, μέτοχος, τινος Λουκ. Λεξιφ. 25.

Greek Monolingual

μετοικικός, -ή, -όν (Α) μέτοικος
1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει στον μέτοικο
2. αυτός που βρίσκεται στην κατάσταση του μετοίκου
3. μτφ. αυτός που είναι μέτοχος σε κάτι
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ μετοικικά
η παρεφθαρμένη αττική διάλεκτος την οποία μιλούσαν οι μέτοικοι.

Greek Monotonic

μετοικικός: -ή, -όν, αυτός που βρίσκεται στην κατάσταση ενός μετοίκου, σε Πλούτ.· τὸ μετοικικόν, ο κατάλογος αυτών που είναι μέτοικοι, σε Λουκ.

Middle Liddell

μετοικικός, ή, όν
in the condition of a μέτοικος, Plut.: — τὸ μ. the list of μέτοικοι, Luc.