πρόλοβος: Difference between revisions

From LSJ

οὕτω τι βαθὺ καὶ μυστηριῶδες ἡ σιγὴ καὶ νηφάλιον, ἡ δὲ μέθη λάλον → silence is something profound and mysterious and sober, but drunkenness chatters

Source
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)<\/b>" to "$1")
m (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")
Line 8: Line 8:
|Transliteration C=prolovos
|Transliteration C=prolovos
|Beta Code=pro/lobos
|Beta Code=pro/lobos
|Definition=ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> = [[πρηγορεών]], [[crop]] of birds, e.g. of pigeons, <span class="bibl">Arist. <span class="title">HA</span>508b28</span>, <span class="bibl"><span class="title">PA</span>674b31</span>, <span class="bibl">LXX<span class="title">Le.</span>1.16</span>, al.; <b class="b3">π. ὀρνιθώδης</b>, of cuttle-fish, <span class="bibl">Arist.<span class="title">PA</span>679b9</span>, cf. <span class="bibl"><span class="title">HA</span>524b10</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> <b class="b2">thyroid cartilage, Adam's apple</b>, <span class="bibl">Poll.2.207</span>.</span>
|Definition=ὁ, <span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> = [[πρηγορεών]], [[crop]] of birds, e.g. of pigeons, <span class="bibl">Arist. <span class="title">HA</span>508b28</span>, <span class="bibl"><span class="title">PA</span>674b31</span>, <span class="bibl">LXX<span class="title">Le.</span>1.16</span>, al.; <b class="b3">π. ὀρνιθώδης</b>, of cuttle-fish, <span class="bibl">Arist.<span class="title">PA</span>679b9</span>, cf. <span class="bibl"><span class="title">HA</span>524b10</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> <b class="b2">thyroid cartilage, Adam's apple</b>, <span class="bibl">Poll.2.207</span>.</span>
}}
}}
{{pape
{{pape

Revision as of 21:30, 11 December 2020

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρόλοβος Medium diacritics: πρόλοβος Low diacritics: πρόλοβος Capitals: ΠΡΟΛΟΒΟΣ
Transliteration A: prólobos Transliteration B: prolobos Transliteration C: prolovos Beta Code: pro/lobos

English (LSJ)

ὁ,    A = πρηγορεών, crop of birds, e.g. of pigeons, Arist. HA508b28, PA674b31, LXXLe.1.16, al.; π. ὀρνιθώδης, of cuttle-fish, Arist.PA679b9, cf. HA524b10.    II thyroid cartilage, Adam's apple, Poll.2.207.

German (Pape)

[Seite 733] ὁ, = προηγορεών, der Kropf der Hühner u. anderer Vögel, Arist. H. A. 2, 17.

Greek (Liddell-Scott)

πρόλοβος: ὁ, = πρηγορεών, ὁ πρῶτος στόμαχος τῶν πτηνῶν εἰς ὃν ἀκατέργαστος ἡ τροφὴ μένει, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 17, 28, π. Ζ. Μορ. 3. 14, 9, κ. ἀλλ.· ― περὶ τῶν μαλακίων λέγεται ὅτι ἔχουσι π. ὀρνιθώδη, π. Ζ. Μορ. 4. 5, 19, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 1, 18.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
1. γαστρικός θύλακος τών πτηνών, πίσω από την επινεφριδιακή αδενική κοιλία, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη φύλαξη της τροφής προτού αυτή περάσει στο στομάχι και όπου αρχίζει το πρώτο στάδιο της πέψης, στάδιο που αναπληρώνει την έλλειψη δοντιών
2. το μυϊκό τμήμα του πρόσθιου εντέρου ορισμένων ασπονδύλων, ιδιαίτερα τών εντόμων
αρχ.
1. ο θυρεοειδής χόνδρος, το μήλο του Αδάμ
2. φρ. «πρόλοβος ὀρνιθώδης» — ο πρόλοβος τών μαλακίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + λοβός.

Russian (Dvoretsky)

πρόλοβος: ὁ (птичий) зоб Arst.