δοξαστικός: Difference between revisions
ἢ τάπερ πάθομεν ἄχεα πρός γε τῶν τεκομένων → the pains which we have suffered, and, indeed, from our own parent | the pains which we have suffered, and those even from the one who brought us into the world | the pains we have suffered, and from a parent, too
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(op\.) ([\p{Greek}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3") |
m (Text replacement - "(?s)({{LSJ.*}}\n)({{.*}}\n)({{DGE.*}}\n)" to "$1$3$2") |
||
Line 9: | Line 9: | ||
|Beta Code=docastiko/s | |Beta Code=docastiko/s | ||
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><span class="bld">A</span> [[forming opinions]], [[conjecturing]], opp. [[ἐπιστήμων]], <span class="bibl">Pl.<span class="title">Tht.</span>207c</span>; [[δοξαστική ἐπιστήμη]] = [[conjectural knowledge]], <span class="bibl">Id.<span class="title">Sph.</span>233c</span>, cf. <span class="bibl">268c</span>; δοξαστικαί ἔννοιαι pertaining to [[judgement]], <span class="bibl">Epicur.<span class="title">Sent.</span>24</span>; τὰς δοξαστικὰς (sc. [[φαντασία]]ς) belonging to [[opinion]], Phld.<span class="title">Herc.</span>1003; [[τὸ δοξαστικόν]] [μέρος τῆς ψυχῆς], opp. [[τὸ ἐπιστημονικόν]], <span class="bibl">Arist.<span class="title">EN</span>1140b26</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">2</span> in good sense, [[original]], [[full of ideas]], [[ψυχὴ]] ἀνδρικὴ καὶ δοξαστική <span class="bibl">Isoc.13.17</span>: τὸ δοξαστικόν Antig.Nic. ap. Heph. Astr.<span class="bibl">2.18</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> Adv. [[δοξαστικῶς]], opp. [[κατ' ἀλήθειαν]], <span class="bibl">Arist.<span class="title">APr.</span>43b8</span>, cf. <span class="bibl">Phld.<span class="title">Oec.</span>p.14J.</span>, <span class="bibl">S.E.<span class="title">M.</span>11.156</span>, <span class="bibl">Procl. <span class="title">in Prm.</span>p.609</span> S.</span> | |Definition=ή, όν, <span class="sense"><span class="bld">A</span> [[forming opinions]], [[conjecturing]], opp. [[ἐπιστήμων]], <span class="bibl">Pl.<span class="title">Tht.</span>207c</span>; [[δοξαστική ἐπιστήμη]] = [[conjectural knowledge]], <span class="bibl">Id.<span class="title">Sph.</span>233c</span>, cf. <span class="bibl">268c</span>; δοξαστικαί ἔννοιαι pertaining to [[judgement]], <span class="bibl">Epicur.<span class="title">Sent.</span>24</span>; τὰς δοξαστικὰς (sc. [[φαντασία]]ς) belonging to [[opinion]], Phld.<span class="title">Herc.</span>1003; [[τὸ δοξαστικόν]] [μέρος τῆς ψυχῆς], opp. [[τὸ ἐπιστημονικόν]], <span class="bibl">Arist.<span class="title">EN</span>1140b26</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">2</span> in good sense, [[original]], [[full of ideas]], [[ψυχὴ]] ἀνδρικὴ καὶ δοξαστική <span class="bibl">Isoc.13.17</span>: τὸ δοξαστικόν Antig.Nic. ap. Heph. Astr.<span class="bibl">2.18</span>. </span><span class="sense"><span class="bld">II</span> Adv. [[δοξαστικῶς]], opp. [[κατ' ἀλήθειαν]], <span class="bibl">Arist.<span class="title">APr.</span>43b8</span>, cf. <span class="bibl">Phld.<span class="title">Oec.</span>p.14J.</span>, <span class="bibl">S.E.<span class="title">M.</span>11.156</span>, <span class="bibl">Procl. <span class="title">in Prm.</span>p.609</span> S.</span> | ||
}} | |||
{{DGE | |||
|dgtxt=-ή, -όν<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>[[basado en la apariencia o la imagen]] ἐπιστήμη op. [[ἀλήθεια]] Pl.<i>Sph</i>.233c.<br /><b class="num">2</b> [[basado en la opinión o la conjetura]] γνῶσις Hero <i>Def</i>.136.2.<br /><b class="num">II</b> <b class="num">1</b>[[que tiene la capacidad de opinión]], [[que se forma opiniones]] θατέρου (τοῦ μέρους τῆς ψυχῆς) ... τοῦ δοξαστικοῦ Arist.<i>EN</i> 1140<sup>b</sup>26, cf. Plot.5.3.9, Chrys.M.55.641, Phlp.<i>in APr</i>.32.21, ἔννοιαι Epicur.<i>Sent</i>.[5] 24, δ. καὶ φανταστικὴ ... κίνησις Plu.2.1024a, cf. 1017a, 1031d, λόγος Plot.2.2.3, εὐφυΐα Dam.<i>Isid</i>.32<br /><b class="num">•</b>subst. ὁ δ. de pers. [[el que tiene opinión]] op. [[τεχνικός τε καὶ ἐπιστήμων]] Pl.<i>Tht</i>.207c, op. σοφός: οὐχὶ δέ γε τῶν δοξαστικῶν ἔσται ὁ σοφός S.E.<i>M</i>.7.157<br /><b class="num">•</b>subst. ἡ δ. (<i>sc</i>. τέχνη) [[arte que se basa en la opinión]] Pl.<i>Sph</i>.268c, μιαίνεται ἡ [[διάνοια]] ... ὅταν ἢ φανταστικῇ ἢ δοξαστικῇ ἀναμίγνυται Porph.<i>Abst</i>.4.20<br /><b class="num">•</b>τὸ δ. [[facultad de opinar]] op. [[αἰσθητικόν]] Arist.<i>de An</i>.413<sup>b</sup>30, Plu.2.1031e.<br /><b class="num">2</b> [[ingenioso]], [[lleno de ideas]] ψυχῆς ἀνδρικῆς καὶ δοξαστικῆς ἔργον εἶναι Isoc.13.17<br /><b class="num">•</b>subst. τὸ δοξαστικὸν καὶ μεγαλόφρον καὶ δωρητικόν Antig.Nic. en Heph.Astr.2.18.33.<br /><b class="num">III</b> [[glorificador]] τὴν δοξαστικὴν δύναμιν ἐπιδείξεται Gr.Nyss.<i>Maced</i>.108.33.<br /><b class="num">IV</b> adv. -ῶς [[mediante opinión o juicio]] τούτων ποῖα δ. καὶ ποῖα κατ' ἀλήθειαν Arist.<i>APr</i>.43<sup>b</sup>8, δ., οὐ προληπτικῶς Phld.<i>Oec</i>.5.3, δ. καὶ κατὰ κρίσιν S.E.<i>M</i>.11.156. | |||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
Line 15: | Line 18: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''δοξαστικός''': -ή, -όν, ὁ μορφώνων γνώμας, ἰδέας, σχηματίζων εἰκασίας, ἀντίθ. [[ἐπιστήμων]], Πλάτ. Θεαιτ. 207C· δ. [[ἐπιστήμη]], [[γνῶσις]] ἐξ εἰκασίας, δι’ εἰκασίας, ὁ αὐτ. Σοφ. 233C, πρβλ. 268C τὸ δοξ. [[μέρος]] τῆς ψυχῆς, ἀντίθ. τὸ ἐπιστημονικόν, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 6. 13, 2. - Ἐπίρρ. -κῶς, ἀντίθ. κατ’ ἀλήθειαν, ὁ αὐτ. Ἀν. Πρ. 1. 27, 7. | |lstext='''δοξαστικός''': -ή, -όν, ὁ μορφώνων γνώμας, ἰδέας, σχηματίζων εἰκασίας, ἀντίθ. [[ἐπιστήμων]], Πλάτ. Θεαιτ. 207C· δ. [[ἐπιστήμη]], [[γνῶσις]] ἐξ εἰκασίας, δι’ εἰκασίας, ὁ αὐτ. Σοφ. 233C, πρβλ. 268C τὸ δοξ. [[μέρος]] τῆς ψυχῆς, ἀντίθ. τὸ ἐπιστημονικόν, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 6. 13, 2. - Ἐπίρρ. -κῶς, ἀντίθ. κατ’ ἀλήθειαν, ὁ αὐτ. Ἀν. Πρ. 1. 27, 7. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml |
Revision as of 11:15, 1 October 2022
English (LSJ)
ή, όν, A forming opinions, conjecturing, opp. ἐπιστήμων, Pl.Tht.207c; δοξαστική ἐπιστήμη = conjectural knowledge, Id.Sph.233c, cf. 268c; δοξαστικαί ἔννοιαι pertaining to judgement, Epicur.Sent.24; τὰς δοξαστικὰς (sc. φαντασίας) belonging to opinion, Phld.Herc.1003; τὸ δοξαστικόν [μέρος τῆς ψυχῆς], opp. τὸ ἐπιστημονικόν, Arist.EN1140b26. 2 in good sense, original, full of ideas, ψυχὴ ἀνδρικὴ καὶ δοξαστική Isoc.13.17: τὸ δοξαστικόν Antig.Nic. ap. Heph. Astr.2.18. II Adv. δοξαστικῶς, opp. κατ' ἀλήθειαν, Arist.APr.43b8, cf. Phld.Oec.p.14J., S.E.M.11.156, Procl. in Prm.p.609 S.
Spanish (DGE)
-ή, -όν
I 1basado en la apariencia o la imagen ἐπιστήμη op. ἀλήθεια Pl.Sph.233c.
2 basado en la opinión o la conjetura γνῶσις Hero Def.136.2.
II 1que tiene la capacidad de opinión, que se forma opiniones θατέρου (τοῦ μέρους τῆς ψυχῆς) ... τοῦ δοξαστικοῦ Arist.EN 1140b26, cf. Plot.5.3.9, Chrys.M.55.641, Phlp.in APr.32.21, ἔννοιαι Epicur.Sent.[5] 24, δ. καὶ φανταστικὴ ... κίνησις Plu.2.1024a, cf. 1017a, 1031d, λόγος Plot.2.2.3, εὐφυΐα Dam.Isid.32
•subst. ὁ δ. de pers. el que tiene opinión op. τεχνικός τε καὶ ἐπιστήμων Pl.Tht.207c, op. σοφός: οὐχὶ δέ γε τῶν δοξαστικῶν ἔσται ὁ σοφός S.E.M.7.157
•subst. ἡ δ. (sc. τέχνη) arte que se basa en la opinión Pl.Sph.268c, μιαίνεται ἡ διάνοια ... ὅταν ἢ φανταστικῇ ἢ δοξαστικῇ ἀναμίγνυται Porph.Abst.4.20
•τὸ δ. facultad de opinar op. αἰσθητικόν Arist.de An.413b30, Plu.2.1031e.
2 ingenioso, lleno de ideas ψυχῆς ἀνδρικῆς καὶ δοξαστικῆς ἔργον εἶναι Isoc.13.17
•subst. τὸ δοξαστικὸν καὶ μεγαλόφρον καὶ δωρητικόν Antig.Nic. en Heph.Astr.2.18.33.
III glorificador τὴν δοξαστικὴν δύναμιν ἐπιδείξεται Gr.Nyss.Maced.108.33.
IV adv. -ῶς mediante opinión o juicio τούτων ποῖα δ. καὶ ποῖα κατ' ἀλήθειαν Arist.APr.43b8, δ., οὐ προληπτικῶς Phld.Oec.5.3, δ. καὶ κατὰ κρίσιν S.E.M.11.156.
German (Pape)
[Seite 657] meinend, Ggstz von ἐπιστήμων, Plat. Theaet. 207 c; dah. ἡ δοξαστική, Soph. 268 c; ein Schein-Wissen, 233 e. Bei Arist. Nic. Eth. 6, 5 extr. ist τὸ δοξαστικὸν ψυχῆς μέρος, wovon 13, 2 dke φρόνησις u. die δεινότης als zwei εἴδη angegeben werden, = Urtheilskraft. – Adv., Sext. Emp. adv. math. 11, 155.
Greek (Liddell-Scott)
δοξαστικός: -ή, -όν, ὁ μορφώνων γνώμας, ἰδέας, σχηματίζων εἰκασίας, ἀντίθ. ἐπιστήμων, Πλάτ. Θεαιτ. 207C· δ. ἐπιστήμη, γνῶσις ἐξ εἰκασίας, δι’ εἰκασίας, ὁ αὐτ. Σοφ. 233C, πρβλ. 268C τὸ δοξ. μέρος τῆς ψυχῆς, ἀντίθ. τὸ ἐπιστημονικόν, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 6. 13, 2. - Ἐπίρρ. -κῶς, ἀντίθ. κατ’ ἀλήθειαν, ὁ αὐτ. Ἀν. Πρ. 1. 27, 7.
Greek Monolingual
-ή, -ό (AM δοξαστικός, -ή, -όν)
μσν.- νεοελλ.
1. αυτός με τον οποίο δοξάζει, εξυμνεί κάποιος, υμνητικός
2. το ουδ. ως ουσ. το δοξαστικό(ν)
ιδιόμελο, συνήθως, τροπάριο του όρθρου, της λιτής και του εσπερινού, στο οποίο προτάσσεται ο στίχος «δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ...»
αρχ.
εκείνος που έχει σχέση με δοξασία, με εικασία.
Russian (Dvoretsky)
δοξαστικός:
1) (предполагающий, вырабатывающий (определенные) мнения (μέρος τῆς φυχῆς Arst.; φορὰ καὶ ὁρμή Plut.);
2) основанный на мнениях, предположительный (ἐπιστήμη Plat.).