ἁψιμαχία: Difference between revisions

From LSJ

τὸ ζῷον τοῦτο οὐ μονῆρες καὶ αὐθέκαστον, ἀλλὰ κοινωνικὸν καὶ πολιτικόν → this animal is not solitary and self-sufficient, but social and political

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 18: Line 18:
{{bailly
{{bailly
|btext=ας (ἡ) :<br />escarmouche ; <i>en gén.</i> dispute, querelle.<br />'''Étymologie:''' [[ἅπτω]]¹, [[μάχη]].
|btext=ας (ἡ) :<br />escarmouche ; <i>en gén.</i> dispute, querelle.<br />'''Étymologie:''' [[ἅπτω]]¹, [[μάχη]].
}}
{{elru
|elrutext='''ἁψιμαχία:''' ἡ<br /><b class="num">1)</b> [[стычка]], [[столкновение]], [[перестрелка]], Polyb., Plut., Diod.;<br /><b class="num">2)</b> перен. [[перепалка]], [[перебранка]] Plut., Luc.
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἁψῐμᾰχία:''' ἡ, [[αψιμαχία]], [[ακροβολισμός]], σε Αισχίν.
|lsmtext='''ἁψῐμᾰχία:''' ἡ, [[αψιμαχία]], [[ακροβολισμός]], σε Αισχίν.
}}
{{elru
|elrutext='''ἁψιμαχία:''' ἡ<br /><b class="num">1)</b> [[стычка]], [[столкновение]], [[перестрелка]], Polyb., Plut., Diod.;<br /><b class="num">2)</b> перен. [[перепалка]], [[перебранка]] Plut., Luc.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[from [[ἁψίμαχος]]<br />a skirmishing, Aeschin.
|mdlsjtxt=[from [[ἁψίμαχος]]<br />a skirmishing, Aeschin.
}}
}}

Revision as of 18:40, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἁψιμᾰχία Medium diacritics: ἁψιμαχία Low diacritics: αψιμαχία Capitals: ΑΨΙΜΑΧΙΑ
Transliteration A: hapsimachía Transliteration B: hapsimachia Transliteration C: apsimachia Beta Code: a(yimaxi/a

English (LSJ)

ἡ, skirmishing, D.S.20.29, Plu.Brut.39, al.: metaph., altercation, ῥητόρων Aeschin.2.176, cf. Hyp(?).Oxy.1607.1i26, Plb.5.49.5, Plu.Lyc.2, PPetr.3p.104: pl., ἁ. χειρῶν personal encounters, D.H.6.22; λόγων τε καὶ ἔργων ib.34.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
1 milit. escaramuza ἐγγενομένης ἁψιμαχίας D.S.20.29, ἐμπεσούσης ... ἐκ τῶν τοιούτων ἁψιμαχιῶν φιλονεικίας D.H.3.52, cf. 5.38, (Βροῦτος) τοὺς ... ἱππεῖς ὁρῶν ἐν ... ταῖς ἁψιμαχίαις εὐημεροῦντας καὶ κρατοῦντας Plu.Brut.39.
2 disputa, altercado, reyerta en sent. fís. PPetr.2.4.4.3 (III a.C.), ἐν τῇ ἁψιμαχίᾳ ἀπολέσαι με ἱμάτιον PTeb.802.17 (II a.C.), χειρῶν ἁψιμαχίαι D.H.6.22, διερύκων γὰρ ἁψιμαχίαν τινά, μαγειρικῇ κοπίδι πληγεὶς ἀπέθανε Plu.Lyc.2, cf. D.H.6.34 (v. infra), POxy.1831.8 (V d.C.), Gr.Shorthand Man.346
en sent. verbal discusión ἐκ τῆς τῶν ῥητόρων ἁψιμαχίας εἰς φρουρὰν τῆς πόλεως Aeschin.2.176, εὐχαὶ γὰρ ἐχθρῶν εἰσιν αἱ φίλων μάχαι· χαίρουσι γὰρ βλέποντες <εἰς> ἁψιμαχίας Men.Comp.1.182, cf. PKöln 186.25 (II a.C.), Luc.Am.10, μόλις κατέπαυσε τὴν ἁψιμαχίαν Plb.5.49.5, ἐν ἁψιμαχίαις λόγων τε καὶ ἔργων D.H.6.34, μὴ καὶ ἁ. αὐτοῖς ... συμβῇ D.C.53.32.1, ἀεὶ πρὸς αὐτοὺς μεθ' ἁψιμαχίας λέγοντα D.C.63.9.2.

German (Pape)

[Seite 421] ἡ, der Streit, Pol. 5, 49; das Geplänkel vor der eigtl. Schlacht, Plut. Lyc. 2; Dion. Hal. 1, 79; χειρῶν, Faustkampf, 6, 22; übertr., ῥητόρων Aesch. 2, 176; vgl. Luc. Amor. 10.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
escarmouche ; en gén. dispute, querelle.
Étymologie: ἅπτω¹, μάχη.

Russian (Dvoretsky)

ἁψιμαχία:
1) стычка, столкновение, перестрелка, Polyb., Plut., Diod.;
2) перен. перепалка, перебранка Plut., Luc.

Greek (Liddell-Scott)

ἁψῐμᾰχία: ἡ, τὸ ἁψιμαχεῖν, ἀκροβολισμός, Πολύβ. 5. 49, 5, Διόδ. 20. 29· - μεταφ., ῥητόρων Αἰσχίν. 51. 37· ἁψιμ. χειρῶν, πυγμαχία, Διον. Ἁλ. 6. 22.

Greek Monolingual

η (AM ἁψιμαχία)
1. μικρή συμπλοκή πριν αρχίσει η κύρια μάχη
2. ανταλλαγή βολών ανάμεσα σε αντίπαλα τμήματα
3. ανταλλαγή εριστικών φράσεων μεταξύ ανθρώπων που διαφωνούν, φιλονικία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αψι- (< άπτω) + -μαχία < -μαχος < μάχομαι (πρβλ. μονομαχία, ναυμαχία, συμμαχία κ.ά.)].

Greek Monotonic

ἁψῐμᾰχία: ἡ, αψιμαχία, ακροβολισμός, σε Αισχίν.

Middle Liddell

[from ἁψίμαχος
a skirmishing, Aeschin.