ἰσόμαχος

From LSJ
Revision as of 16:41, 8 January 2023 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)btext=(.*?:<br \/>)([\w\s'-]+)\.<br" to "btext=$1]$2.<br")

τοῖς πράγμασιν γὰρ οὐχὶ θυμοῦσθαι χρεών· μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδέν· ἀλλ' οὑντυγχάνων τὰ πράγματ' ὀρθῶς ἂν τιθῇ, πράξει καλῶς → It does no good to rage at circumstance; events will take their course with no regard for us. But he who makes the best of those events he lights upon will not fare ill.

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἰσόμᾰχος Medium diacritics: ἰσόμαχος Low diacritics: ισόμαχος Capitals: ΙΣΟΜΑΧΟΣ
Transliteration A: isómachos Transliteration B: isomachos Transliteration C: isomachos Beta Code: i)so/maxos

English (LSJ)

ον, equal in the fight, D.H.3.52; ἀρετή, κίνδυνος, D.S.16.12, 17.83: τισι Ant.Lib.14.2.

German (Pape)

[Seite 1265] in der Schlacht gleich, einander gewachsen, D. Hal. 3, 52; κίνδυνος, gleiche Gefahr, D. Sic. 17, 83.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
]égal dans le combat.
Étymologie: ἴσος, μάχομαι.

Russian (Dvoretsky)

ἰσόμᾰχος:
1 равный в бою, одинаково боеспособный (Xen. - v.l. ἰσόμαλος);
2 равный, одинаковый (κίνδυνος Diod.).

Greek (Liddell-Scott)

ἰσόμαχος: -ον, ἴσος ἐν τῇ μάχῃ, ἰσοπαλής, Διον. Ἁλ. 3. 52, Διόδ. 17. 83· φάλαγξ ἰσ. Ξεν. Ἀγησ. 2, 9 (κατὰ τὸν Leuncl. ἀντὶ ἰσόμαλος· κ. ἀλλ.· ἰσόπαλος).

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἰσόμαχος, -ον)
ίσος στη μάχη, ισόπαλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -μαχος (< μάχομαι), πρβλ. πολύμαχος, πρωτόμαχος].

Greek Monotonic

ἰσόμᾰχος: -ον (μάχομαι), ισάξιος στη μάχη, ισοπαλής, σε Ξεν.

Middle Liddell

ἰσό-μᾰχος, ον μάχομαι
equal in battle, Xen.